Του Michael KimmelmanΤο να αφιερώσει κάποιος ένα πρωινό παρακολουθώντας τον κόσμο που κοιτάζει τα έργα τέχνης, δεν είναι επιστημονικό πείραμα. Είναι όμως αφορμή για να θέσει το ουσιαστικό ερώτημα: Τι ακριβώς αναζητούμε όταν τριγυρίζουμε τα μουσεία ως τουρίστες; Τις προάλλες, δύο κορίτσια με λουλουδάτα φορέματα τριγύριζαν στο Λούβρο. Σταματούσαν σε κάποια γλυπτά και τα περιτριγύριζαν. Κοιτούσαν αργά και δεν βιάζονταν. Το ασυνήθιστο ήταν ότι σταματούσαν.
Οι περισσότεροι επισκέπτες διέσχιζαν το Pavillon des Sessions, μια αίθουσα με γλυπτά απΆ όλο τον κόσμο πλην της Ευρώπης, χωρίς στάση. Κάποιοι κοίταζαν τα ταμπελάκια ή τους οδηγούς που κρατούσαν στα χέρια τους, σαν να έπρεπε κάποιος να τους πει τι απεικόνιζε αυτό που ολοκάθαρα έβλεπαν μπροστά τους. Σε διάστημα μιας-δύο ωρών, σχεδόν κανένας επισκέπτης δεν στάθηκε σε κάποιο έκθεμα πάνω από ένα λεπτό. Μόνο ένα ξύλινο άγαλμα του 17ου αιώνα από το Σαν Κριστόμπαλ των νησιών του Σολομώντα, που απεικόνιζε ένα ζευγάρι σε ερωτικές περιπτύξεις, έκανε κάποιους να σταματήσουν, να χασκογελάσουν και να πάρουν φωτογραφία, χωρίς όμως να χάσουν το ρυθμό τους.
Ποιότητα θέασης
Οι ταξιδιώτες που έκαναν το μεγάλο γύρο της Ευρώπης τον 18ο αιώνα περνούσαν μήνες και χρόνια μαθαίνοντας γλώσσες, συζητώντας με διανοούμενους και φτιάχνοντας σκίτσα των όσων έβλεπαν. Μετά οι φωτογραφικές μηχανές αντικατέστησαν τα σκίτσα, η ευκολία ήρθε στη θέση της ουσιαστικής ενασχόλησης και πολύς κόσμος έχασε την επιθυμία να κοιτάει πραγματικά. Φανταζόμαστε ότι επειδή η μηχανή μάς έχει αιχμαλωτίσει μια εικόνα ή επειδή αυτή βρίσκεται αιωνίως διαθέσιμη στο ίντερνετ, η ενασχόληση με το πρωτότυπο είναι χαμένος χρόνος.
Έτσι οι σημερινοί τουρίστες διασχίζουν τα μουσεία προσπαθώντας να καλύψουν όλη την ιστορία της τέχνης σε μία μέρα. Αν περάσουν μπροστά απΆ όλα τα εκθέματα, «είδαν» το Λούβρο. Το θέμα δεν είναι η ποιότητα της θέασης, αλλά ο όγκος των έργων. Αν τα μουσεία είναι μια ευκαιρία για καλλιέργεια, τότε πολλοί επισκέπτες δείχνουν να προτιμούν την καλλιέργεια «στο πόδι». Εξάλλου, η βελτίωση των μέσων μεταφοράς μάς δίνει τη δυνατότητα να δούμε πολλές συλλογές μέσα σε λίγο χρόνο. Παράλληλα, έχουν ατονήσει οι παραδοσιακοί κανόνες της τέχνης που έλεγαν στους επισκέπτες τι να δουν και τι όχι και τη θέση τους πήρε η ισότητα ανάμεσα στις εικαστικές δημιουργίες. Αυτό ήταν καλό και απαραίτητο, μέχρις ενός σημείου. Εκατομμύρια εικόνες ανταγωνίζονται τώρα για να αποσπάσουν την προσοχή μας. Η δυτική κουλτούρα απελευθερώθηκε αλλά και χάθηκε σΆ έναν ωκεανό παροδικών ερεθισμάτων, χωρίς άγκυρες και σημεία αναφοράς.
Υπομονή και σοβαρότητα
Πρόσφατα πήραμε δύο μπλοκ σχεδίου και καθίσαμε μαζί με το δεκάχρονο παιδί μου μπροστά από τον 'Αγιο Πέτρο και μερικά άλλα αξιοθέατα της Ρώμης. Αρχίσαμε να ζωγραφίζουμε, όχι γιατί έχουμε καμιά έφεση στη ζωγραφική, αλλά μόνο και μόνο για να μας βοηθήσει να δούμε καλύτερα. Κατά καιρούς μαζεύονταν γύρω μας πλήθη και μας κοιτούσαν, σαν να κάναμε κάτι τελείως περίεργο και πρωτοποριακό, αντί για κάτι απόλυτα συνηθισμένο, όπως ήταν κάποτε το σκιτσάρισμα.
Ευτυχώς οι καλλιτέχνες μας θυμίζουν ότι δεν υπάρχει ένας σωστός τρόπος να κοιτάζει κανείς τα έργα τέχνης, αρκεί να έχει ανοιχτό μυαλό και υπομονή. Αν έχετε πάει ποτέ σε μουσείο μαζί με κάποιον καλό καλλιτέχνη θα έχετε διαπιστώσει ότι δεν ανησυχεί τόσο για τις ταμπέλες και τα βιβλία ιστορίας τέχνης, γιατί «καταναλώνει» τα έργα σύμφωνα με τα δικά του κριτήρια, τα απολαμβάνει όπως θέλει.
Ας επιστρέψουμε όμως σε αυτές τις δύο κοπέλες στο Λούβρο. Δεν κάθονταν αιωνίως μπροστά από το κάθε άγαλμα, σταματούσαν όμως αρκετό χρόνο ώστε να τα βλέπουν, ενώ άφηναν τις ταμπέλες γιΆ αργότερα. Κοίταζαν και έμοιαζαν πραγματικά να το διασκεδάζουν.
Φεύγοντας, είδαν ένα γλυπτό από την Παπούα Νέα Γουινέα, που είχε πουπουλένια μύτη και, όπως ήταν τα μάτια του ορθάνοιχτα και τα χέρια δεξιά κι αριστερά από το κεφάλι, έμοιαζε να τις κοροϊδεύει. Το σκέφτηκαν λίγο, είπαν εν χορώ «Νια-νια» και του έβγαλαν τη γλώσσα.
Πηγή: ΠΟΛΙΤΗΣ - 23/08/2009, Σελίδα: 21
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου