Του Νίκου Kωνσταντάρα
Ως πότε ο πολιτικός μας κόσμος θα παραμένει δέσμιος των καταγγελιών ανθρώπων που εμπλέκονται σε υποθέσεις διαφθοράς; Το σκάνδαλο Siemens είναι μόνο η πιο πρόσφατη τέτοια περίπτωση. Μια υπόθεση μπορεί να βαραίνει ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα περισσότερο, αλλά πάντα γίνεται αφορμή να καταγγείλει το ένα το άλλο για μεγαλύτερη συμμετοχή. Οι εξελίξεις ορίζονται από τις «αποκαλύψεις» των πρωταγωνιστών ή των μέσων ενημέρωσης. Συνήθως γίνεται τέτοια φασαρία, που στο τέλος η υπόθεση μπερδεύεται σε σημείο που δεν μπορεί να διαλευκανθεί. Ετσι πείθεται ο κόσμος ότι «όλοι ίδιοι είναι, όλοι “τα παίρνουν”».
Η υπόθεση Siemens είναι τέτοιων διαστάσεων, που είτε θα επιβεβαιώσει τον κυνισμό των Ελλήνων είτε θα οδηγήσει σε ριζική αλλαγή της συμπεριφοράς των πολιτικών κομμάτων και των κρατικών λειτουργών. Η διερεύνηση του σκανδάλου από τις γερμανικές δικαστικές αρχές και από ένα αμερικανικό δικηγορικό γραφείο έφερε στο φως στοιχεία που ίσως δεν θα βλέπαμε αλλιώς. Δεν μπορούμε, βέβαια, να υιοθετήσουμε ανεπιφύλακτα τις «αποκαλύψεις» γύρω από το σκάνδαλο, γνωρίζοντας ότι οι πρωταγωνιστές είναι σκληροί, πεπειραμένοι παίκτες, οι οποίοι ξέρουν πώς να κινηθούν και πώς να δημιουργήσουν την αναγκαία σύγχυση ώστε να μην μπορεί κανείς να βρεθεί υπόλογος για αξιόποινη πράξη. Δεν χρειάζεται, όμως, να πιστέψει κάποιος τους ισχυρισμούς του Μιχάλη Χριστοφοράκου για να καταλάβει ότι η καταδικαστική απόφαση γερμανικού δικαστηρίου για τον πρώην διευθυντή της Siemens Hellas περιγράφει με ακρίβεια το σύστημα πολιτικής δωροδοκίας στην Ελλάδα. Σύμφωνα με αυτό, επιχειρήσεις δίνουν χρήματα παρανόμως στα δύο μεγάλα κόμματα ώστε αυτά να αναγκάσουν μέλη τους που είναι δημόσιοι υπάλληλοι να πάρουν αποφάσεις που ενδεχομένως ζημιώνουν το Δημόσιο.
Στην «προϊστορία» της απόφασης, το Ειρηνοδικείο του Μονάχου σημειώνει: «Στην Ελλάδα, η χρηματοδότηση πολιτικών κομμάτων λειτουργούσε στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε ένα σημαντικό μέρος της αποτελούσαν οι πληρωμές από επιχειρήσεις. Από τότε έως και την εισαγωγή της ποινικοποίησης τέτοιου είδους πληρωμών, ήταν σύνηθες στην Ελλάδα να δίνονται για την “καλλιέργεια του πολιτικού τοπίου” πληρωμές στα πολιτικά κόμματα». Προσθέτει ότι από «τα τέλη της δεκαετίας του ’90» στελέχη της Siemens αποφάσισαν «ότι η Siemens έπρεπε ομοίως να εκτελεί πληρωμές, για να εξασφαλίσει μια πιο δυνατή δικτύωση της εταιρείας με τους Ελληνες πολιτικούς, ανάλογα με τις άλλες μεγάλες ελληνικές εταιρείες».
Ο κ. Χριστοφοράκος θα πολεμήσει να αθωωθεί, να μη χρεωθεί το αδίκημα της δωροδοκίας. Ο κ. Κώστας Γείτονας, ο οποίος ονομάζεται στην καταδικαστική απόφαση ως αποδέκτης των χρημάτων για λογαριασμό του ΠΑΣΟΚ, αρνείται όποια ανάμειξη. Η οικογένεια του εκλιπόντος Γιάννη Βαρθολομαίου, ο οποίος ήταν υπεύθυνος των οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, δηλώνει ότι ο άνθρωπός τους δεν πήρε τίποτα. Η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ αρνούνται οποιαδήποτε χρηματοδότηση από τη Siemens. Είναι πιθανό ότι δεν θα βρεθούν αποδείξεις, ότι κανείς δεν θα βρεθεί ένοχος για δωροδοκία ή δωροληψία. Τα δύο μεγάλα κόμματα θα μπορέσουν να συνεχίσουν τους καβγάδες τους, παραμελώντας τα επείγοντα προβλήματα της χώρας. Μέσα σε μια δίνη από υστερόβουλες «αποκαλύψεις» των πρωταγωνιστών και τη σύγχυση που ενσπείρουν τα μέσα ενημέρωσης, είναι πολύ πιθανό το σκάνδαλο να αρχειοθετηθεί στο πάνθεον των υποθέσεων για τις οποίες κανείς δεν τιμωρήθηκε.
Το θέμα, όμως, είναι άλλο:
την τιμή του ελληνικού πολιτικού κόσμου
–της ίδιας της Ελλάδας– η οποία
καταρρακώνεται ανελέητα στη γερμανική δικαστική απόφαση,
ποιος θα την υπερασπιστεί;
Ποιος θα ζητήσει συγγνώμη από κάθε Έλληνα που δεν παίρνει μίζες,
που δεν έχει λόγο να ντρέπεται για την προσωπική του συμπεριφορά
αλλά ντροπιάζεται επανειλημμένως από τη συμπεριφορά πολιτικών
που –υποτίθεται– τον εκπροσωπούν;
Ποιος θα απαλλάξει τον Έλληνα φοιτητή στο εξωτερικό
ή τον Έλληνα μετανάστη από τη σκιά της διαφθοράς,
όταν στην Ελλάδα «όλοι “τα παίρνουν”»;
Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα βρεθούν πολλοί πολίτες να υπερασπιστούν την τιμή του πολιτικού κόσμου. Η κάθαρση θα πρέπει να έρθει από τους ίδιους – με έργα, με διαφάνεια, με νέα πρόσωπα. Τα πράγματα δεν μπορούν να συνεχίσουν έτσι.
Πηγή: Καθημερινή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου