26/8/09

Τιτσιάνο (Tiziano Vecellio ή Vecelli)

O Τιτσιάνο Βετσέλιο (Tiziano Vecellio ή Vecelli, π. 1485/90 - 27 Αυγούστου 1576), ευρύτερα γνωστός ως Τιτσιάνο, ήταν Ιταλός ζωγράφος της Αναγέννησης. Ανήκει στη σχολή της Βενετίας και θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ζωγράφους της[1], του οποίου το έργο αντιπροσωπεύει τη μετάβαση από την παράδοση του 15ου αιώνα στην τεχνοτροπία που υϊοθετήθηκε κατά τον 16ο. Επηρέασε σημαντικούς ζωγράφους του επόμενου αιώνα, όπως τονΡούμπενς και τον Βελάσκεθ[2]. Διακρίθηκε εξίσου σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, φιλοτεχνώντας προσωπογραφίες, αλληγορίες, θρησκευτικά έργα, ιστορικές και μυθολογικές σκηνές.
Καταγόταν από ευυπόληπτη οικογένεια, αρκετά μέλη της οποίας ασχολήθηκαν επίσης με τη ζωγραφική. Ο ίδιος εκπαιδεύτηκε στο εργαστήριο του Τζιοβάνι Μπελίνι και τα πρώιμα έργα του εμφανίζουν έντονες επιδράσεις από το ύφος του Τζορτζόνε. Έζησε και εργάστηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Βενετία, ωστόσο η πληθώρα παραγγελιών που ανέλαβε για βασιλείς και άλλους ευγενείς της ιταλικής επικράτειας, ευνόησε τη διάδοση της φήμης του πέρα από τα σύνορα της γενέτειράς του. Υπήρξε ένας από τους πλέον διακεκριμένους ζωγράφους της εποχής του, που έχαιρε μεγάλης αναγνώρισης. Στο εργαστήριο του μαθήτευσε πιθανότατα ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος και ο Τζιάκοπο Τιντορέτο, αν και είναι εν γένει δύσκολο να αναγνωριστούν συνεχιστές του έργου του.
Τεχνική
Η μέθοδος ζωγραφικής που ακολουθούσε ο Τιτσιάνο υπήρξε καινοτόμος για την εποχή του. Σύμφωνα με τις περιγραφές του Βαζάρι, εργαζόταν σχεδόν αποκλειστικά με το χρώμα, δίνοντας πολύ μικρή σημασία σε προπαρασκευαστικά σχέδια. Στο ίδιο συμπέρασμα έχουν καταλήξει και νεότερες αναλύσεις έργων του, ενώ ενισχύεται ακόμα από τις περιγραφές του Πάλμα Τζιόβανε, ο οποίος αναφέρεται ως μαθητής του Τιτσιάνο[21]. Οι αφηγήσεις του για την τεχνική τού δασκάλου του έχουν καταγραφεί από τον Μάρκο Μποσκίνι, στο έργο του Ricche minere della Pintura Veneziana (1674). Σύμφωνα με αυτές[21], ο Τιτσιάνο συνήθιζε να ξεκινά ένα έργο απλώνοντας μία μεγάλη ποσότητα χρώματος στην επιφάνεια του πίνακα, λειτουργώντας ως βάση για ό,τι θα σχεδίαζε πάνω από αυτή. Μετά την ολοκλήρωση των βασικών στοιχείων και μορφών του έργου, συχνά εγκατέλειπε τον πίνακα, ακόμα και για μερικούς μήνες, χωρίς να τον παρατηρεί. Αργότερα επανερχόταν και συνέχιζε το έργο του με μεγαλύτερη προσοχή, εφαρμόζοντας συμπαγείς επιστρώσεις χρώματος. Στα τελικά στάδιά του, εναρμόνιζε τα χρώματα μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας πιο συχνά τα δάχτυλά του και λιγότερο κάποιο χρωστήρα. Στην περιγραφή του Τζιόβανε δεν γίνεται αναφορά σε ενδεχόμενη χρήση ζωντανών μοντέλων, γεγονός που σημαίνει πως πιθανότατα ο Τιτσιάνο είχε εγκαταλείψει την πρακτική αυτή, την οποία όμως χρησιμοποιούσε τουλάχιστον μέχρι το 1522, όπως επιβεβαιώνεται από μία επιστολή ενός απεσταλμένου τού δούκα Αλφόνσο Α' στη Βενετία, γραμμένη το ίδιο έτος.
Σήμερα είναι επίσης γνωστό πως αρκετές από τις συνθέσεις του περιέχουν στοιχεία αυτοσχεδιασμού, καθώς έχουν παρατηρηθεί αλλαγές στα διαδοχικά στάδια ολοκλήρωσης αρκετών έργων, όπως για παράδειγμα στην Παναγία του Πέζαρο, σύνθεση της οποίας το αρχιτεκτονικό υπόβαθρο τροποποιήθηκε αρκετές φορές πριν αποδοθεί με την τελική του μορφή[2]. Οι περισσότερες από τις πρώιμες συνθέσεις του Τιτσιάνο είναι φιλοτεχνημένες πάνω σε ξύλο, όπως η Ανάληψη της Παρθένου για την εκκλησία του Φράρι, ενώ μικρότερο ποσοστό έχει φιλοτεχνηθεί πάνω σε μουσαμά, υλικό που χρησιμοποίησε αργότερα με μεγαλύτερη συχνότητα. Πιθανότατα η επιλογή του σχετιζόταν με τις διαστάσεις του έργου, καθώς ήταν ευκολότερο να δημιουργηθούν πίνακες μεγάλων διαστάσεων πάνω σε μουσαμά.
Πηγή: Βικιπαίδεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου