«Eκεί που ονειρεύονται τα πράσινα μερμήγκια» είναι ο τίτλος μιας παλαιότερης ταινίας του Βέρνερ Χέρτσογκ («Wo die gr nen Ameisen trumen», 1984), περίπου τέσσερα χρόνια από τότε που το κίνημα των Πρασίνων (Die Gr nen) εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή της Δυτικής Γερμανίας. Με λίγη γραμματική αλχημεία, η ταινία του Χέρτσογκ θα μπορούσε να διατυπωθεί και ως «Εκεί όπου οι Πράσινοι ονειρεύονται μερμήγκια», αν αναλογιστεί κανείς την πορεία και τις μεταμορφώσεις ενός κινήματος «στη Μεγάλη Πορεία προς τους θεσμούς», παίρνοντας τη σκυτάλη από εκεί που την είχε αφήσει ο Ρούντι Ντούτσκε, πριν βρει τον θάνατο, σαν σύγχρονος Μαρά, στη μπανιέρα, με τα επιληπτικά κατάλοιπα από τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του, το 1968.Οι Πράσινοι ξεκίνησαν δειλά, τέλη του ’70, κυρίως από τη Βόρεια Γερμανία, μέσα από δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές, με τα περίφημα «έγχρωμα και εναλλακτικά ψηφοδέλτια» (Bunte και Alternative Liste) και πολιτικές πρωτοβουλίες σε επίπεδο βάσης, που ανατάρασσαν τη «βαρετή Δημοκρατία της Βόννης». Είχαν σφρίγος, φαντασία και ριζοσπαστισμό, αλλάζοντας ραγδαία το look του γερμανικού κοινοβουλευτισμού, ενώ κάλυψαν το κενό της κομμουνιστικής Αριστεράς και επέβαλαν την υγιεινή διατροφή.
Το κύριο πρόταγμα στο πολιτικό τους πρόγραμμα ξεπερνούσε όχι μόνο τη σοσιαλδημοκρατική ατζέντα, αλλά αμφισβητούσε και έναν αποστεωμένο μαρξισμό, που παρέβλεπε, στο όνομα της ανάπτυξης και της προόδου, ότι «εκτός από την εκμετάλλευση από άνθρωπο σε άνθρωπο, υπάρχει και η εκμετάλλευση της φύσης από τον άνθρωπο». Εναλλακτικές πηγές ενέργειας, πυρηνικός αφοπλισμός, νεοφεμινισμός, πολιτικοί κρατούμενοι (RAF) ήταν τα βασικά συνθήματα της εποχής τους.
Με κύριους εκπροσώπους τους Ράινερ Τράμπερτ, Τόμας Εμπερμαν, Πέτρα Κέλλυ, Γιόσκα Φίσερ, Καρλ Αμερυ, Γιόζεφ Μπόυς, Γιούτα Ντίτφουρτ, Οτο Σίλλυ κ. ά., άρχισαν να εμπνέουν και να συσπειρώνουν τη νεολαία και τα νέα ανερχόμενα κοινωνικά στρώματα. Μέσα σε τρία χρόνια, οι Πράσινοι κατέκτησαν όλους τους τίτλους στη Δυτική Γερμανία: το 1983, «εκπορθούν» το Γερμανικό Κοινοβούλιο με 27 βουλευτές, το 1984, ξεσπάει ο επώδυνος «εμφύλιος» μεταξύ Fundis και Realos («ριζοσπάστες» και «πραγματιστές»), κι ένα χρόνο αργότερα ο Γιόσκα Φίσερ ορκίζεται πρώτος πράσινος υπουργός Περιβάλλοντος στο κρατίδιο της Εσσης.
Το αποκορύφωμα αποτέλεσε η κυβέρνηση συνασπισμού με τους Σοσιαλδημοκράτες (1998 - 2005), με αλλοπρόσαλλη κοινωνική και εξωτερική πολιτική, ενώ το πείραμα μιας συγκυβέρνησης με τους Χριστιανοδημοκράτες (στο κρατίδιο του Αμβούργου) απέδειξε τις παράδοξες αντοχές αμφοτέρων.
Ηδη με την ενσωμάτωση σημαντικών «πράσινων στόχων» στα κυβερνητικά και κομματικά προγράμματα και μετά την είσοδο της Αγκελα Μέρκελ στην Καγκελαρία, το 2005, οι Πράσινοι έχασαν τη δυναμική τους, επιστρέφοντας στην αντιπολίτευση. Εκτοτε, αναζητείται η ταυτότητά τους, κι ο Τσεμ Εζντεμιρ δεν δείχνει προς το παρόν ικανός να βάλει την προσωπική του σφραγίδα.
Οι «Πράσινοι» αποτέλεσαν ένα κατ’ εξοχήν γερμανικό φαινόμενο, κάθε εξαγώγιμη πατέντα παρέμεινε «καρικατούρα».
Τα «πράσινα μερμήγκια» έζησαν έντονα το όνειρό τους, έγιναν κίνημα, κυβέρνηση, lifestyle. Στο τέλος έβγαλαν φτερά: έγιναν μέρος και μέλος του συστήματος.
Πηγή: Καθημερινή (Kωστα Θ. Καλφοπουλου)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου