10/2/10

Λαογραφικά και άλλα...! : “Αποκριάτικα”!

Μπορεί ο Μάρτης να μη λείπει από τη Σαρακοστή, όπως λέει και ο λαός μας, σπάνια όμως κανείς συναντά Φλεβάρη χωρίς Τριώδιο και Αποκριές.

Μια περίοδος χαράς και γλεντιού, κεφιού και εκτόνωσης, αφού θ’ ακολουθήσει στη συνέχεια περίοδος νηστείας και προσευχής. Μια περίοδος προετοιμασίας για να υποδεχθούμε και να βιώσουμε την Ανάσταση του Κυρίου.
Τριώδιο λοιπόν, αρχής γενομένης, με την Κυριακή της χαρακτηριστικής παραβολής του Τελώνη και του Φαρισαίου, για την Εκκλησία μας.
Σήμερα η κοινωνία μας έχει αρκετούς τέτοιους Τελώνες και Φαρισαίους που στην κυριολεξία οργιάζουν. Παραβολές όμως δεν βλέπω και αυτό μ’ ανησυχεί. Τη δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου έχουμε την παραβολή του Ασώτου υιού, κάτι πάλι επίκαιρο στις μέρες μας και με μεγάλη συχνότητα για παιδιά κυρίως πλουσίων οικογενειών που θέλουν να επιβεβαιώσουν τη λαϊκή ρήση ότι “τα χρήματα και τα ψάρια τρώγονται φρέσκα”.
Και αφού αναφερόμαστε στα της Εκκλησίας, πάντοτε οι απόκριες δεν έτυχαν και της καλύτερης εύνοιας από τη μεριά της Ορθόδοξης θρησκείας μας. Έγιναν προσπάθειες από τις διάφορες Συνόδους προκειμένου αυτές οι εκδηλώσεις να καταργηθούν, χωρίς να τα καταφέρουν. Και ενώ μια παροιμία λέει “χέρι που δεν μπορείς να το κόψεις, προσκύνα το” τότε οι της Εκκλησίας αφού “είδαν και απόειδαν” ότι οι Χριστιανοί δεν μπορούν να ξεκόψουν από κάποια ειδωλολατρικά έθιμα, δέχτηκαν κάποιες εκδηλώσεις σχετικές με την κληρονομιά των ειδωλολατρικών εθίμων από τους αρχαίους προγόνους.

Έβαλαν λοιπόν νερό στο κρασί τους οι Άγιοι Πατέρες και υποχώρησαν, αφού συγκέντρωσαν όλα τα ήθη και έθιμα, αυτά που τελούνται στο τέλος του χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης, τέτοια περίοδο δηλαδή, αυτές τις τρεις εβδομάδες της αποκριάς. Έτσι ούτε γάτα, ούτε ζημιά που λέει ο λόγος και όλοι έμειναν ευχαριστημένοι, χωρίς καν να πληγωθεί το γόητρο κανενός. Μια από τις πιο συναρπαστικές ημέρες του Τριωδίου είναι η Τσικνοπέμπτη. Μέρα φαγοποτιού, γλεντιού, ακόμα και όταν οι άνθρωποι είχαν μεγάλες οικονομικές δυσκολίες. Χαρακτηριστικό είναι το δημοσίευμα μιας παλιάς εφημερίδας, το οποίο ακολουθεί. Πρόκειται για μια Τσικνοπέμπτη των αρχών του 20ου αιώνα:
“Την Τσικνοπέμπτη του 1903 το κρύο ήταν τόσο που οι Αθηναίοι κυριολεκτικά πάγωσαν. Πρωί - πρωί η φτωχολογιά βγήκε εις αναζήτησιν κάρβουνου για το μαγκάλι. Ήταν ο μόνος τρόπος για να ζεστάνουν λίγο το κοκκαλάκι τυς οι φτωχοί, που έλεγαν για τη “Χιονοπέφτη”. Οι πιο αναγκαιμένοι πέρασαν την Τσικνοπέμπτη με μαύρη μαριδούλα και μερικοί που βρήκαν ένα κοτόπουλο να φάνε αισθάνθηκαν αφεντάδες.
Παρά τις μεγάλες οικονομικές δυσκολίες οι Αθηναίοι και οι Αθηναίες το “τσίκνησαν” και “κατά τας ένδεκα έτριζαν όλα τα πατωματάκια εις τις φτωχογειτονιές”. Γυναίκες κι άντρες χόρευαν και τραγουδούσαν: Όλοι τους γκρίνιαζαν για κείνη την Τσικνοπέμπτη. Ακόμη κι οι εφημερίδες, εκφράζοντας τον πόνο των κατοίκων της Αθήνας, έγραφαν:
“Χωρίς να λάβωμεν υπ’ όψιν τον Κουτσοφλέβαρο, η Τσικνοπέμπτη έχασε την χάριν και την απλότητα όπου είχε άλλα χρόνια. Και δεν φταίει ούτε ο χειμώνας ούτε η φτώχεια. Φταίει η μεταβολή όπου ολίγον κατ’ ολίγον επέρχεται εις τας συνοικίας μαζί με τα παλαιά σπιτάκια, εξαφανίζουσα κι έθιμα και τραγούδια. Εκεί όπου άλλοτε τα παιδιά της γειτονιάς άναβαν την ρητίνην και άρχιζαν τον χορόν την νύκτα της Τσικνοπέφτης σήμερον υψούνται μέγαρα με σιδηρόπορτας κλειδομανταλωμένα...”.
Η Τσικνοπέμπτη προαναγγέλλει λοιπόν τον ερχομό της Αποκριάς για την οποία ο Εμμανουήλ Ροϊδης έχει άδικο, αφού η εποχή μας το επιβάλλει:
“Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρεύτηκαν, ονείρατα, ελπίδες και σκοποί οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν, δεν ξέρουμε τί είναι η ντροπή!, άλλαξαν στην εποχή μας, άνθρωποι, καιροί και ήθη. Ό,τι ευγενή κι ωραία απ’ τη γη μας εχαθήκαν. Όλα σήμερα χυδαία, όλα σήμερα ευήθη, κι οι απόκριες ακόμα και αυτές μασκαρευθήκαν”.
Πέρα από τα μασκαρέματα, απόκριες σημαίνει γλέντι, ποτό και φαγητό, όπως προαναφέραμε. Οι γαστρονομικές επιθυμίες δίνουν και παίρνουν μέσω των στίχων:

“Μάνα μου τις αποκριές

να σάξεις πιταράκια

και τζουλαμά και φρικασέ

και μια ομμαθιά σφουγγάτο

ήφαγα κι ήπια και κρασί

ένα μεγάλο κάρτο,

μ’ αρέσει και το φρικασέ,

μα άμα θα δω σφουγγάτο

αν δε μου δώσουν μια πιατιά,

τα κάνω άνω κάτω”.

Και το πείραγμα στην αγαπημένη του το θεωρεί απαραίτητο ο νεαρός, επικαλούμενος κάποια εδέσματα:

“Τραπέζι αποκριάτικο

με τζουλαμά και στάκα

είσαι αγαπημένη μου

σαν περπατάς στην στράτα".

Πολλες φορές οι άνθρωποι θέλουν να τα πετύχουν όλα, γι’ αυτό κάποιες ενδεχόμενες αποτυχίες δεν πρέπει να τους αποθαρρύνουν:
“Κλώσσα μου με τα πουλιά,

δε μου τάβγαλες σωστά

σούβαλα προχθές εννιά

και συ μούβγαλες επτά,

σούβαλα εικοσιένα και

δε μούβγαλες κανένα,

αϊ στο διάολο για κότα,

δεν σε ξαναβάζω κλώσσα”.

Το παραπάνω τετράστιχο λέγεται συχνά στις αποκριάτικες παρέες στην πατρίδα μου, στα χωριά του Πηλίου, όπως και το δίστιχο που ακολουθεί!
“Δεν είναι καράβια στο γιαλό,

δεν ειν’ πανιά απλωμένα

δεν είναι καμιά στη γειτονιά,

που ν’ αγαπά κι εμένα”.

Οι έγνοιες όμως δεν αφήνουν τον άνθρωπο:

“Σαν τις ασπαλαθότρουλες,

απού τις τρών’ οι αίγες

ετσά με φάγανε κι εμέ

οι εδικές σου έννοιες”.

Κυρίως απασχολούσαν τον πατέρα, το πως θα πάντρευε την κόρη του και τι τύχη θα είχε η κοπελιά. Έπρεπε να μη μείνει στο ράφι και να συγκεντρώνει στο πρόσωπό της πολλούς προξενητάδες, να ήταν περιζήτητη δηλαδή. Απαραίτητη βέβαια και η προίκα, γι’ αυτό:

“Για πέντε ρίζες χαρουπιές

και τρεις οκάδες λάδι

επήρες έναν μπουνταλά

να ζήσετε ομάδι” αλλά και

“Σαν μάθει ο σκύλος γράμματα

κι η γάτα να διαβάζει

τότε κι εσύ θα παντρευτείς

να κάνει ο κόσμος χάζι”.

Πολλές φορές το προξενιό ήταν τυφλό και η ομορφιά είχε τον δεύτερο λόγο, αφού τον πρώτο τον είχαν τα περιουσιακά στοιχεία της κοπέλας.

“Στραβή μου την ελέγανε

μα ’κείνη αλλοιθωρίζει

το βούι από το γάιδαρο

δύσκολα ξεχωρίζει

αν πεις και για τα μάτια της έβλεπαν ίσα κάτω

και σαν τις κοτσυφοφωλιές

εκάναν ένα λάκκο,

απ’ όλα, του προσώπου της

η μύτη της μ’ αρέσει

πούναι σαν χαβανόχερο

και κρέμεται να πέσει”.

Ο σεβντάς βέβαια δεν κρύβεται:

“Ξύπνησε πετροπέρδικα

που κάθεσαι στον πρίνο

και φτάσανε τα τέρμινα

που φεύγω και σ’ αφήνω.

Σ’ αγάπησα ως αγαπά

ο γάιδαρος τα χόρτα

ο κάτης την κατσούλα του

κι ο πετεινός την όρθα”.

Βέβαια όταν ο νταλκάς δυναμώνει ολοένα και περισσότερο, τα δίστιχα και τα τετράστιχα δεν έχουν αποτελειωμό. Για παράδειγμα:

“Ήφυγες κι αποκρίγιωσα

κάθε χαρά κι ελπίδα

άλλοι ανημένουν τη Λαμπρή

μα εγώ την καταιγίδα.

Κάθε χαρά αποκρίγιωσε,

καθ’ όνειρο εχάθη

κάνω τον αδιάφορο

ο κόσμος μη το μάθει”.

Όταν όμως δεν ευοδώνονται κάποιοι στίχοι, πολλοί γίνονται θύματα του ποτού, του φαγητού κλπ.

“Αν μ’ αρνηθείς αγάπη μου

μια όρνιθα θα σφάξω

θα κάτσω να μεθοκοπώ

μέχρι να σε ξεχάσω”, ή

“αν μ’ αρνηθείς αγάπη μου

θα ψήσω τηγανίτες

θα τις μπουκώνω δυό και τρεις

να μου περνούν οι πίκρες”.

Πάντοτε οι ιερωμένοι συγκέντρωναν το ενδιαφέρον και γι’ αυτούς λέγονταν διάφορα υπονοούμενα:

“Μικρόν με καλογέρεψαν

και μ’ έντυσαν στα μαύρα

μα εγώ ζηλεύω τη χαρά,

ζηλεύω τα τραγούδια

ζηλεύω την αγάπη μου,

πούναι τώρα καινούργια”.

Πάντοτε όμως ο νους γυρνάει στα περασμένα, αναπολώντας κάποιες στιγμές που δε θα ξαναγυρίσουν πίσω πια...

Πάντοτε ο πετεινός συμβολίζει την κυριαρχία, την παντοδυναμία, μέχρι που να γεράσει αλλά και πάλι η αξία δείχνει πως παραμένει σταθερή.

“Ήμουνα κράχτης πετεινός

κι εδά στα γηρατειά μου

να με τσιμπούν οι όρνιθες

δεν το βαστά η καρδιά μου”. Όμως...:

“Τον μερακλή τον πετεινό

όσο κι αν γεράσει

τον σέβονται οι όρνιθες

απόπου κι αν περάσει”.

Κάπως έτσι, μ’ αυτόν τρον τρόπο κυλούσαν οι μέρες του Τριωδίου και ειδικότερα της Αποκριάς με καλό μεζέ, άφθονο κρασί και λογής - λογής καθαρογλωσσίδια. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Καθημερινά τρώμε, πίνουμε, διασκεδάζουμε και όταν έρχονται αυτές οι μέρες δεν μας κάνουν καμμιά αίσθηση, τις θεωρούμε σαν όλες τις άλλες. Και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείψει και ο επίλογος, σε έμμετρο κι αυτός στίχο:

“Καλώς αντανωθήκαμε

φίλοι αγαπημένοι

πολύ καλά τη βρήκαμε την τράπεζα τρωμένη

μαλαμα τα πηρούνια σας

κι ασήμι τα ταψιά σας

μόσχος και τριαντάφυλλα

είναι τα φαγητά σας.

Τούτες οι μέρες οι καλές

δεν είναι όπως οι άλλες

αντάμωσα τους φίλους μου

κι έχω χαρές μεγάλες.

Εδά απούναι απόκριες

ας φάμε και ας πιούμε

και άμα μπει Σαρακοστή

θα πα προσευχηθούμε”.

Και κάτι ακόμα...:

“Δεν ξανατρώγω ελεργιά,

απόψε ποκριγιώνω

και τα προικιά σου τα φιλιά,

δεν τα ξαναλιγώνω”.

Πηγή:Πατρίς - Του Δημήτρη Χ. Σάββα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου