To σκάνδαλο που συγκλόνισε, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, την Αμερική και απασχόλησε ολόκληρο τον πλανήτη
Αριστείδης Αποστόλου
Στις 17 Ιουνίου του 1972 πέντε άτομα συνελήφθησαν στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ, ενώ επιχειρούσαν να διαρρήξουν τα γραφεία της εθνικής επιτροπής του Δημοκρατικού κόμματος, στο κτήριο Γουότεργκεϊτ. Αρχικά, η υπόθεση έμοιαζε ως κοινή διάρρηξη, όμως στη συνέχεια, έγινε αντιληπτό πως όλοι οι δράστες σχετίζονταν με την προεκλογική εκστρατεία του προέδρου των ΗΠΑ, Ρ. Νίξον.
Τα πρόσωπα
Ρίτσαρντ Νίξον: Ο 37ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος προσπάθησε αρχικά να αντιμετωπίσει την κατάσταση, όμως τα γεγονότα τον ξεπέρασαν, οδηγώντας τον τελικά σε παραίτηση από το ανώτατο πολιτικό αξίωμα στις ΗΠΑ.
Μαρκ Φελτ: Ο τότε Νο2 του FBI, ο οποίος ήταν ο βασικός πληροφοριοδότης των δημοσιογράφων που αποκάλυψαν το σκάνδαλο. Επονομαζόμενος και ως «Βαθύ Λαρύγγι» (εξαιτίας της ομώνυμης ταινίας που έπαιξε την ίδια χρονική περίοδο), κράτησε κρυφή την ταυτότητά του από τη δημοσιότητα για περίπου 33 χρόνια.
Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπερνστάιν: Οι δύο δημοσιογράφοι της εφημερίδας «The Washington Post» που αποκάλυψαν το σκάνδαλο. Ο Μπομπ Γούντγουορντ ήταν αυτός που έκανε τις επαφές με το «Βαθύ Λαρύγγι». Οι δυο τους, μαζί με το διευθυντή της εφημερίδας, Μπεν Μπράντλι, ήταν οι μόνοι που γνώριζαν την πραγματική ταυτότητα του «Βαθιού Λαρυγγιού».
Η υπόθεση
Στις 17 Ιουνίου του 1972 γίνεται διάρρηξη στο κτήριο Γουότεργκεϊτ, όπου βρίσκονταν τα γραφεία του Δημοκρατικού κόμματος. Πέντε άτομα συλλαμβάνονται, τα οποία στη συνέχεια κατηγορούνται, όχι μόνο για απλή διάρρηξη, αλλά και γιατί επιχείρησαν να τοποθετήσουν πομπούς παρακολούθησης στο κτήριο.
Η αμερικανική κυβέρνηση προσπαθεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, όμως οι αποκαλύψεις ακολούθησαν η μία την άλλη, εκθέτοντάς την ανεπανόρθωτα. Δύο δημοσιογράφοι της εφημερίδας «The Washington Post» συνεργάζονται, υπό την καθοδήγηση ενός άγνωστου πληροφοριοδότη, γνωστού με το ψευδώνυμο «Βαθύ Λαρύγγι» και βήμα-βήμα αποκαλύπτουν τις σχέσεις των δραστών με την κυβέρνηση και το Λευκό Οίκο. Μεταξύ άλλων, οι Μπερνστάιν και Γουντγουόρντ υποστηρίζουν ότι η επιτροπή του κυβερνώντος κόμματος που ήταν υπεύθυνη για την προεκλογική εκστρατεία του προέδρου, προχωρούσε σε ενέργειες πολιτικής κατασκοπείας, οι οποίες χρηματοδοτούνταν με μυστικά, κυβερνητικά κονδύλια. Στο σκάνδαλο που συγκλονίζει ήδη την Αμερική, στενοί συνεργάτες του αμερικανού προέδρου φέρονταν να είναι πρωταγωνιστές ή έμμεσα αναμεμειγμένοι.
Υπό το βάρος των συνεχών αποκαλύψεων, ο Νίξον - ο οποίος στο μεταξύ έχει επανεκλεγεί στον προεδρικό θώκο - δηλώνει πως έχει ήδη διατάξει έρευνα για την εμπλοκή του Λευκού Οίκου στην υπόθεση. Στις 30 Απριλίου του 1973, ο Νίξον ανακοινώνει ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για τις πράξεις στις οποίες πιθανώς έχουν προβεί συνεργάτες του, όμως τονίζει ότι, προσωπικά, δε γνώριζε τίποτα για την υπόθεση.
Στις αρχές του 1974, η κατάσταση για την αμερικανική κυβέρνηση είναι τραγική, καθώς αρκετά πρώην μέλη της έχουν ήδη παραπεμφθεί σε δίκη, μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα αποκαλύψεων, συνομωσιών και πολιτικής έντασης. Ο χρόνος μετράει αντίστροφα για το Ρ. Νίξον: το καλοκαίρι του 1974 η δικαστική επιτροπή του κοινοβουλίου αποφασίζει την παραπομπή του προέδρου, ο οποίος αποχωρίζεται οικειοθελώς το θώκο του στις αρχές Αυγούστου.
Η παραίτηση
Υπό το βάρος των περιστάσεων, έχοντας χάσει την ισχύ του και υπό την απειλή προσωπικής παραπομπής σε δίκη, ο 37ος πρόεδρος των ΗΠΑ συνειδητοποιεί πως έχει έρθει η ώρα να αποχωρήσει.
Στις 8 Αυγούστου του 1974 ανακοινώνει πως θα παραιτηθεί την επόμενη ημέρα, σημειώνοντας ότι «πότε δεν ήμουν άνθρωπος που εγκαταλείπει…, όμως ως πρόεδρος των ΗΠΑ πρέπει να βάλω πρώτο το συμφέρον της Αμερικής… Η συνέχιση του αγώνα μου για προσωπική δικαίωση θα απορροφούσε αποκλειστικά σχεδόν, το χρόνο και του προέδρου και του κογκρέσου, σε μία περίοδο που η προσοχή θα πρέπει να είναι στραμμένη στη διεθνή ειρήνη και στην ευημερία εντός των τειχών…».
Ο Τζέραλντ Ρ. Φορντ - που διαδέχθηκε το Ρ. Νίξον και έγινε ο 38ος πρόεδρος των ΗΠΑ - απένειμε «ολοκληρωτική και απεριόριστη χάρη» στον πρώην πρόεδρο, για όλα τα παραπτώματα που «έχει διαπράξει ή ενδέχεται να έχει διαπράξει», σημειώνοντας ότι «δε με απασχολεί η μοίρα του Νίξον, αλλά το μέλλον αυτής της χώρας». Όπως τόνισε χαρακτηριστικά ο Φορντ: «ο μακρύς εθνικός εφιάλτης τελείωσε…».
Πηγή: Καθημερινή (19-06-06)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου