27/5/10

Μας κουκούλωσε...

 Πώς ο Λάκης Σάντας με τον Μανώλη Γλέζο ανέβηκαν στην Ακρόπολη στις 30 Μαΐου του 1941 και κατέβασαν τη γερμανική σημαία από τον Ιερό Βράχο


Με μία εκπληκτική σε διαύγεια και γλαφυρότητα περιγραφή ο Λάκης Σάντας εξιστορεί στο βιβλίο του «Μια νύχτα στην Ακρόπολη... μνήμες από μια σπουδαία εποχή» (εκδόσεις «Βιβλιόραμα») το ανδραγάθημα που διέπραξε ο ίδιος και ο Μανώλης Γλέζος πριν από 69 χρόνια.
Απόσπασμα
«Ο Μανώλης κι εγώ, εκτός απ’ την απόλυτη εμπιστοσύνη που είχαμε ο ένας στον άλλο, είχαμε και την ίδια ιδιοσυγκρασία, κάναμε τις ίδιες αυθόρμητες σκέψεις και, με δυο λόγια, ταιριάζαμε πολύ, ιδιαίτερα στο θάρρος και την παλικαριά. Ετσι, καθώς το είχαμε αποφασίσει, σκεφτήκαμε ότι έπρεπε να δείξουμε στους Γερμανούς ότι ο αγώνας συνεχίζεται, δεν σημαίνει ότι επειδή έπεσε η Κρήτη χάθηκε ο πόλεμος. Και όπως ήμασταν και νέοι που έβραζε το αίμα μας -όπως όλων των νέων- είχαμε θυμώσει με τις θριαμβολογίες και την αλαζονεία τους. Την επόμενη μέρα, λοιπόν, πήγαμε στην Ακρόπολη.
30 Μαΐου 1941, βράδυ, ησυχία, ένα τέταρτο σελήνης στον ουρανό. Φτάσαμε, μπήκαμε μέσα, ανεβήκαμε σιγά σιγά πατώντας στα μαδέρια. Αφού ανεβήκαμε στην επιφάνεια, το ζήτημα τώρα ήταν να διαπιστώσουμε πού βρίσκεται ο σκοπός. Αποφασίσαμε να χωριστούμε: πήγε ο ένας από τη μια μεριά του Παρθενώνα κι ο άλλος από την άλλη και ρίχναμε πετραδάκια σε διάφορες κατευθύνσεις, για να ιδούμε αν θα υπάρξει από κάπου αντίδραση. Τίποτα. Ησυχία. Προσέξαμε ότι δεν υπήρχε σκοπός.

Στο μεταξύ, ακούγαμε τους Γερμανούς να γλεντούν και να χαχανίζουν για τη νίκη της Κρήτης. Ηρθε η καθοριστική στιγμή. Το φεγγαράκι μάς κοίταζε με συμπάθεια, οι καρδιές μας χτυπούσαν πολύ γρήγορα. Ανεβήκαμε από τα σκαλιά, λύσαμε το συρματόσκοινο της σημαίας και προσπαθήσαμε να την κατεβάσουμε. Η σημαία ήταν τεράστια, για τούτο και ο ιστός της ήταν δεμένος με τρία μεγάλα σύρματα, τα οποία είχαν στρόφιγγες, απ’ έξω από το βράχο και τη συγκρατούσαν, γιατί όταν είχε αέρα έτρεμε όλος ο ιστός. Η σημαία, λοιπόν, κατέβαινε μέχρι τον κόμβο όπου συναντιόντουσαν τα τρία σύρματα στον ιστό κι από κει δεν πήγαινε πιο κάτω.
Σκαρφαλώναμε, την πιάναμε, την τραβάγαμε, τίποτε δεν γινόταν. Ο μόνος τρόπος για να κατέβει η σημαία ήταν ν’ ανοίξουν τα σύρματα. Δύσκολο πολύ. Ομως η θέληση, η επιμονή κι η υπομονή μας έφεραν αποτέλεσμα. Κι αφού ανεβήκαμε και κατεβήκαμε στον ιστό πολλές φορές ως το δύσκολο σημείο -γιατί ο ιστός ήταν λείος και γλίστραγε- κατορθώσαμε με τα χέρια μας να ξεσφίξουμε τις στρόφιγγες και να την ξεμπλέξουμε. Κι η τεράστια σημαία έπεσε και μας κουκούλωσε!
Εδώ, σ’ αυτό το σημείο, θα πω τη σκέψη μου, εκείνη τη σκέψη, τη μεγαλοφυή σύλληψη, με την οποία εμείς οι δυο, νέα, δεκαεννιάχρονα παιδιά μιας σκλαβωμένης χώρας, άοπλα, βεβηλώσαμε το σύμβολο του Χίτλερ, και τον χτυπήσαμε στην καρδιά. Η σύλληψη και η απόφαση για την πράξη μας αυτή, αλλά και ο τρόπος εκτέλεσής της, έδειξε στρατηγική ωριμότητα, απίστευτη γενναιότητα και αυτοθυσία.
Μέσα μας κυριάρχησε η αίσθηση ότι ήταν μεγάλη εκείνη η στιγμή, με το λιγοστό φως του φεγγαριού να λάμπει πάνω στα μάρμαρα που εκπροσωπούσαν 3.000 χρόνια ιστορίας στα ιερά της πατρίδας μας. Εκεί -αισθάνθηκα εγώ, αλλά πιστεύω και ο Μανώλης- ότι και 10 ζωές αν είχα θα τις έδινα.
Αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε, ενθουσιασμένοι για το αποτέλεσμα, κι αμέσως, μ’ ένα μαχαιράκι που είχα μαζί μου, κόψαμε από ένα κομμάτι καθένας, απ’ τον αγκυλωτό σταυρό, και το βάλαμε στον κόρφο μας! Η σημαία ήταν ένας τεράστιος μπόγος και, φυσικά, ήταν αδύνατο να την πάρουμε μαζί μας. Τότε, σκεφτήκαμε να τη ρίξουμε στο ξεροπήγαδο και μάλιστα καλαμπουρίσαμε: «Για να τη φυλάει ο Εριχθόνιος!».
Παρ’ όλη την κούραση, την προχωρημένη ώρα και το ότι έπρεπε να επιταχύνουμε τη φυγή μας, το καθάριο νεανικό μας μυαλό δούλεψε μεθοδικά κι αφήσαμε κι οι δυο τα δακτυλικά μας αποτυπώματα πάνω στον ιστό - επειδή γνωρίζαμε ότι οι Γερμανοί ήταν μεθοδικοί και οργανωμένοι- ούτως ώστε να μην επιβαρυνθούν, από τις έρευνες που θα κάνανε μετά, άλλοι, αθώοι! Ακόμα, φεύγοντας, σκεφτήκαμε να πατάμε στις ράγες του τραμ, για να χαθούν τα ίχνη μας αν θα έφθαναν μέχρι εκεί με σκυλιά οι Γερμανοί.
Ρίχνουμε λοιπόν τη σημαία στο ξεροπήγαδο, ρίχνουμε και από πάνω πέτρες και χώματα, κατεβαίνουμε, ανοίγουμε με προφύλαξη την πόρτα και φεύγουμε...
Πηγή:  Έθνος (Σοφία Ταράντου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου