23/8/09

Λαίλαπα

Ουσιαστικό, θηλυκό

1. θύελλα, ισχυρός άνεμος με βροχή. ανεμοστρόβιλος

2. (μεταφορικά) οποιοδήποτε καταστροφικό γεγονός

πύρινη λαίλαπα, η λαίλαπα του πολέμου

Πηγή: Βικιπαίδεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου