2/8/09

Ποια Ελλάδα αντιστέκεται;

Tου Κώστα Λεονταρίδη
«Μας κάνατε εθνικά υπερήφανους». Το ακούμε συχνά τις τελευταίες δεκαετίες από Προέδρους Δημοκρατίας, πρωθυπουργούς, αρχηγούς κομμάτων κ.ά. και το πλήθος συναινεί.
Η εθνική μας περηφάνια αποτυπώνεται αποκλειστικά σε επιτυχίες ποδοσφαιριστών, καλαθοσφαιριστών και λοιπών αθλητών κι αυτό από μόνο του εξισώνεται με εθνική καχεξία.
Ας μην μπούμε σε λεπτομέρειες και ονόματα. Ολων το μυαλό έχει αποθηκεύσει φτερωτούς Ελληνες και σύγχρονους Ατλαντες, που έγιναν πρότυπα παιδιών και που όταν ουρούσαν δίνοντας δείγμα γραφής για έλεγχο, σπίλωναν την τιμή μιας χώρας - αφού πριν μας είχαν κάνει εθνικά υπερήφανους.
Μέσα στη μιζέρια, που δεν πηγαίνει διακοπές, το αργυρό μετάλλιο της εθνικής εφήβων στο παγκόσμιο πρωτάθλημα μπάσκετ και το χρυσό των νέων στο πανευρωπαϊκό -αυτά τα παιδιά, εξηγούμαστε, είναι «καθαρά»- σχολιάστηκαν με τη γνωστή μανιέρα: «Η άλλη Ελλάδα που αντιστέκεται». Δεν έχει αναλυθεί σε τι ακριβώς αντιστέκεται κάποιος που βάζει την μπάλα στο καλάθι ή ταράζει τα δίχτυα του αντίπαλου τερματοφύλακα, προσδοκώντας χαρά, δόξα, ανέλιξη και πολλά λεφτά.
Η Ελλάδα που αντιστέκεται, δεν είναι λαμπερή. Είναι «ανώνυμη», πληθυσμιακά απαρτίζεται από άτομα με αξιακούς κώδικες που δεν χωρούν σε φωτογραφίες, από ανθρώπους που ντρέπονται να ζητούν ρουσφέτια, δεν είναι «ξερόλες», που όταν μιλάνε κοιτάζουν τον άλλο στα μάτια. Η Ελλάδα που αντιστέκεται είναι ο ταξιτζής που σε καλημερίζει μιλώντας στον πληθυντικό, οι γιωταχήδες που σταματούν για να περάσει ο πεζός, ο ταβερνιάρης που σου επισημαίνει «πολλά παραγγέλνετε, είναι αμαρτία», ο άγνωστος γιατρός του ΕΣΥ που σε αντιμετωπίζει σαν στενό συγγενή του, ο παπάς που κάνει τρισάγιο στον τάφο του πατέρα σου αρνούμενος να πάρει χρήματα, είναι τα παιδιά με το αλλόκοτο ντύσιμο που σηκώνονται στο τρένο και στα λεωφορεία, για να καθίσουν οι γέροντες. Πολλοί από αυτή την Ελλάδα που αντιστέκεται, δεν έχουν παρακολουθήσει ποτέ παράσταση στην Επίδαυρο. Μιλώντας για την Ελλάδα που αντιστέκεται, μου ήρθε στη μνήμη (τι παιχνίδια κάνει το μυαλό...) ο Γ. Ράλλης, που παραμονές εκλογών του 1981, όταν οι οπαδοί της Ν.Δ. έβραζαν κατά του Ανδρέα Παπανδρέου, αυτός τους απογοήτευσε, απαιτώντας: «Δεν θέλω ουουου...» και σίγουρα δεν το έκανε επειδή γνώριζε ότι απερχόταν από την πρωθυπουργία. Το εύρος της πολιτικής παρακαταθήκης του Γ. Ράλλη μπορεί να συζητηθεί, αυτό που δεν αμφισβητείται είναι ότι ήταν από τους τελευταίους που αντιστάθηκαν στον νεοβαρβαρισμό, υπερασπιζόμενος μια αισθητική που δημοσίως διαπομπεύεται καθημερινά.
Πηγή: Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου