2/12/09

ΗΠΑ: Φυλετικές διακρίσεις στην κρίση δικαστών

Τα τέλη του 19ου αιώνα στις ΗΠΑ στιγματίσθηκαν από εργασιακές εντάσεις και βαθιά οικονομική κρίση. Την εποχή αυτή διαμορφώνεται οριστικά η πολιτική ταυτότητα των δύο μεγάλων κομμάτων της χώρας, με τους Ρεπουμπλικανούς να τάσσονται υπέρ της προώθησης των επιχειρηματικών συμφερόντων και τους Δημοκρατικούς να αφομοιώνουν το «λαϊκίστικο» κίνημα, επιτιθέμενοι εναντίον του τραπεζικού κεφαλαίου και των μεγιστάνων των σιδηροδρόμων, που ήλεγχαν την εθνική οικονομία.
Δεκαεξάχρονη κυριαρχία
Οι εκλογές του 1896 όξυναν επικίνδυνα την πόλωση, με τους νέους μαχητικούς υποψηφίους, τον Ρεπουμπλικανό Ουίλιαμ Μακίνλεϊ και τον Δημοκρατικό Ουίλιαμ Τζένινγκς Μπράιαντ.
Η νίκη του Μακίνλεϊ άνοιξε τον δρόμο για 16 συναπτά χρόνια ρεπουμπλικανικής κυριαρχίας στην εκτελεστική, αλλά και τη νομοθετική εξουσία των ΗΠΑ. Τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που διορίσθηκαν από τους Ρεπουμπλικανούς, είχαν ως αποστολή τους την προάσπιση συγκεκριμένων ταξικών συμφερόντων, όπως αποδεικνύει και η πρόποση Νεοϋορκέζου τραπεζίτη σε δείπνο προς τιμήν των δικαστών: «Κύριοι, σας παρουσιάζω τους δικαστές. Προστάτες του δολαρίου, υπέρμαχοι της ιδιοκτησίας, εχθροί κάθε είδους απαλλοτρίωσης και στυλοβάτες της Δημοκρατίας».

Υπέρ του ρατσισμού
Πρώτη «αποστολή» του Δικαστηρίου ήταν η απόρριψη νόμων που παρεμπόδιζαν την «ελευθερία» επιχειρηματιών να ορίζουν αυθαίρετα το ωράριο, τις αποδοχές και τις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων τους, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι μαύροι στον Νότο, που από σκλάβοι είχαν μετατραπεί σε φθηνά εργατικά χέρια για τις αγροτικές εξαγωγικές επιχειρήσεις του Νότου. Τον Ιούνιο του 1892, ο Αφροαμερικανός Χόουμερ Πλέσι αγόρασε εισιτήριο τρένου πρώτης θέσης από τη Νέα Ορλεάνη για το Κόβινκτον της Λουιζιάνα, με στόχο να συλληφθεί και να δικαστεί βάσει νόμου του 1890, τον οποίο θεωρούσε άδικο και απαγόρευε σε μαύρους να ταξιδεύουν στη διακεκριμένη θέση.
Ακολουθώντας την προκλητική τακτική της Ρόζα Παρκς στην Αλαμπάμα του 1950, ο Πλέσι υπέμεινε τη μακροχρόνια δικαστική διαδρομή της αγωγής του, έως ότου αυτή φθάσει στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το 1896, το σώμα εκδίδει απόφαση, που επιβεβαιώνει τους ρατσιστικούς νόμους του Νότου, ορίζοντας ότι ο διαχωρισμός των φυλών σε δημόσιους χώρους είναι απόλυτα σύμφωνος με το Σύνταγμα, που παραμένει σε ισχύ μέχρι τη δεκαετία του 1950.
Το 1944, το Δικαστήριο αποφαίνεται και πάλι υπέρ του φυλετικού διαχωρισμού, αυτή τη φορά, όμως, στο πλαίσιο της προάσπισης της εθνικής ασφάλειας. Δύο χρόνια νωρίτερα, ο Αμερικανός πολίτης ιαπωνικής καταγωγής και κάτοικος του Σαν Λεάντρο της Καλιφόρνια, Φρεντ Κορεμάτσου, αρνείται να ακολουθήσει τους Ιαπωνοαμερικανούς συμπολίτες του στα στρατόπεδα κράτησης, όπως ορίζει το προεδρικό διάταγμα 9066.
Παρά τη μεγάλη νομική εμβέλεια της υπερασπιστικής του ομάδας, η προσφυγή του Κορεμάτσου κατά της συνταγματικότητας του προεδρικού διατάγματος, που βασίζεται στη σύγκρισή του με τους ρατσιστικούς νόμους της ναζιστικής Γερμανίας, δεν αρκεί για να συγκινήσει τα μέλη του Δικαστηρίου. Η επιμονή του Κορεμάτσου και μετά τον πόλεμο, οδήγησε σε αναψηλάφιση της υπόθεσης και στην οριστική δικαίωσή του το 1983.
Πηγή: Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου