H ταινία «Λίβανος» του Ισραηλινού Σαμουέλ Μαόζ, μια περιπέτεια με υπαρξιακές προεκτάσεις στο παράλογο του πολέμουTο περσινό κόμικ-νουάρ «Βαλς για τον Μπασίρ» ήταν σαν μια παραίσθηση του Ισραηλινού σκηνοθέτη Αρι Φόλμαν, που οδηγούσε στην απωθημένη εικόνα μιας ένοχης συνείδησης: στην εικόνα-ντοκουμέντο από τη σφαγή στα στρατόπεδα Σάμπρα και Σατίλα το καλοκαίρι του 1982. Ο σημερινός «Λίβανος», του επίσης Ισραηλινού Σαμουέλ Μαόζ, έχει ως πλαίσιο τα ίδια ιστορικά γεγονότα και διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου στην κοιλιά ενός τανκ. Είναι μια κλειστοφοβική περιπέτεια με υπαρξιακές προεκτάσεις, στην οποία ο άνθρωπος αποκτά συνείδηση του παράλογου του πολέμου.
Ο Μαόζ βυθίζεται στο αποπνικτικό μισοσκόταδο, για να σκηνοθετήσει ένα δράμα δωματίου στο εσωτερικό ενός ισραηλινού άρματος μάχης που διασχίζει μια βομβαρδισμένη περιοχή του Λιβάνου με προορισμό την πόλη Σεν Τροπέ. Το ψυχόδραμα (τα κοντινά πλάνα των μελών του πληρώματος του τανκ) διακόπτεται συχνά από τις εικόνες ενός ρεπορτάζ φρίκης (οι «υποκειμενικές λήψεις» μέσα από το περισκόπιο του σιδερένιου κτήνους).
Το πώς στήνει κανείς την κάμερα και το πώς πλησιάζει με τον φακό τον κόσμο είναι πρωτίστως ζήτημα ηθικής του ανθρώπου που ανασυνθέτει κινηματογραφικά την πραγματικότητα. Με οδηγό αυτή την υπέρτατη αξία, που διατυπώθηκε από τον Γκοντάρ, ο Μαόζ παίρνει ένα αισθητικό ρίσκο: ταυτίζει το βλέμμα του κινηματογραφιστή (την κάμερα που καταγράφει ντοκιμαντερίστικα τη φρίκη) με το βλέμμα του πυροβολητή (το περισκόπιο του τανκ). Η πρώτη μεγάλη ανατροπή στην ταινία συνδέεται με αυτό το ρίσκο.
Ανατροπή 1η: ατσάλι
Δίπλα στο πιλοτήριο του «Ρινοκέρου» (η κωδική ονομασία του άρματος μάχης) είναι γραμμένη ανεξίτηλα η φράση: «το τανκ είναι το σίδερο και ο άντρας το ατσάλι». Ο Μαόζ διαβρώνει μεθοδικά αυτό το σλόγκαν-απαύγασμα του μιλιταριστικού πνεύματος που διακρίνει την επίσημη πολιτική του Ισραήλ, δοκιμάζοντας την αντοχή του ατσαλιού σε συνθήκες κόλασης. Το πλήρωμα του τεθωρακισμένου μπαίνει τελικά στο Σεν Τροπέ, μια άγνωστη κατοικημένη περιοχή, ισοπεδωμένη από την ισραηλινή αεροπορία. Το τανκ, στο οποίο κρατείται κι ένας Σύρος αιχμάλωτος, παγιδεύεται ανάμεσα στα ερείπια της εχθρικής πόλης. Αίφνης, το Σεν Τροπέ παίρνει τις διαστάσεις μιας φανταστικής εφιαλτικής ζώνης όπου ο άντρας παύει να 'ναι από ατσάλι.
Ανατροπή 2η: παράδεισος
Το alter ego του Μαόζ, ο στρατιώτης-πυροβολητής, συνειδητοποιεί ότι είναι εγκλωβισμένος σε ένα σιδερένιο φέρετρο που οδεύει προς τον Αδη. Είναι αθώος και μετέχει σε κάτι που αγνοεί. Σ' αυτό το σημείο, ο εγκλωβισμένος στο τανκ πυροβολητής, καθώς κοιτάζει με απόγνωση μέσα από το περισκόπιο, ταυτίζεται σε ένα φανταστικό επίπεδο με έναν παράλογα εγκλωβισμένο μέσα σε μια κάμερα κινηματογραφιστή.
Το τανκ-κάμερα βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στο σκοτάδι και ο πυροβολητής-καμεραμάν γίνεται η συνείδηση του θεάματος. Σταδιακά, η πολεμική περιπέτεια μετατρέπεται σε μινιμαλιστικό αντιπολεμικό ρέκβιεμ. Η αμφιβολία των μελών του πληρώματος για το τι είναι αυτός ο πόλεμος, η συνείδηση του παραλόγου και ο φόβος τους γίνονται ορατά στις βρώμικες εκκρίσεις που γεμίζουν τα σωθικά του Ρινόκερου και ακούγονται με τους οξείς ήχους που κάνει όταν σαλεύει. Ο «Λίβανος» είναι ένα ταξίδι στην καρδιά της νύχτας, μια καταβύθιση από τον αφρό ενός πολεμικού δράματος στο βάραθρο της πιο παράλογης πλευράς του ανθρώπινου πολιτισμού. Τι άλλο είναι ο πόλεμος; Τι άλλο είναι ο φόβος;
Ο Μαόζ σκηνοθετεί με άριστη αίσθηση οικονομίας και εσωτερικού ρυθμού ένα φιλμ που θα μπορούσε να τοποθετηθεί δίπλα σε αντιπολεμικά αριστουργήματα όπως τα «Παιδικά χρόνια του Ιβάν» του Ταρκόφσκι ή το βιβλικό «Ελα να δεις» του Ελεμ Κλίμοφ. Ο «Λίβανος» αρχίζει με την στατική εικόνα ενός ηλιοτροπίου, που παραπέμπει στην εικόνα ενός χαμένου παραδείσου και με την γκρίνια του πυροβολητή του τανκ, που έχει θυμώσει επειδή θα μείνει ολονυχτίς σκοπιά. Τελειώνει με το τανκ σταματημένο στο κέντρο του ίδιου ηλιοτροπίου. Τα όσα συνέβησαν στο ενδιάμεσο θα μπορούσαμε να τα εκλάβουμε ως τις σκηνές ενός κακού ονείρου του στρατιώτη που τον πήρε ο ύπνος στην σκοπιά.
Πηγή: Καθημερινή (Δημητρη Mπουρα)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου