25/9/10

Η Ναυμαχία του Μίντγουεϊ στον Ειρηνικό


Καθοριστική στιγμή στον πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ - Ιαπωνίας σήμανε το τέλος του ιαπωνικού επεκτατισμού

Του Ζηση Φωτακη*


Η αυξανόμενη βαρύτητα του Ειρηνικού Ωκεανού στις παγκόσμιες υποθέσεις δεν αποτελεί μεταπολεμικό φαινόμενο, αλλά έχει βαθύτερες ρίζες που συνδέονται, σε μεγάλο βαθμό, με την πολιτικοοικονομική ανάπτυξη και πολεμική δραστηριοποίηση της Ιαπωνίας και άλλων κρατών της Απω Ανατολής, τον τελευταίο αιώνα. Με αφορμή την πρόσφατη επέτειο του τέλους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Απω Ανατολή, σκόπιμη είναι μια ευσύνοπτη αναφορά στην κλιμάκωση των επεκτατικών φιλοδοξιών των Ιαπώνων στον Ειρηνικό Ωκεανό κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, αλλά και στη διάψευση αυτών με τις ναυμαχίες της Θάλασσας των Κοραλλίων (4-8 Μαΐου 1942) και του Μίντγουεϊ (4-7 Ιουνίου 1942). 
Στο ξεκίνημα της εκσυγχρονιστικής δεκαετίας του 1870, η χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου αντιμετώπιζε παρόμοιο στρατηγικό περιβάλλον με αυτό της Μεγάλης Βρετανίας. Και τα δύο κράτη ήταν νησιωτικά και βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από ηπειρωτικές μάζες των οποίων η κυριαρχία πιθανόν να περιερχόταν σε μία μόνο χερσαία Δύναμη (π.χ. στην Κίνα ή στη Ρωσία στην περίπτωση της Απω Ανατολής) ή σε έναν συνδυασμό χερσαίων δυνάμεων. Οι ναυτικές φιλοδοξίες που, πιθανότατα, επίσης θα ανέπτυσσαν οι χερσαίες αυτές δυνάμεις αποτελούσαν σοβαρή απειλή για τη Βρετανία και την Ιαπωνία. Η παρεπόμενη βρετανική και ιαπωνική ναυτική ανάπτυξη αλλά και η ανεπάρκεια των φυσικών τους πόρων σε περίοδο αυξανόμενου προστατευτισμού διεθνώς τις οδήγησε στην υιοθέτηση αποικιοκρατικών στοχεύσεων και πρακτικών. Υπήρξε πάντως μία ουσιώδης διαφορά στην αποικιακή τους πολιτική. Ενώ η Βρετανία επιδίωκε την απόκτηση αποικιών εκτός της ηπείρου της, η Ιαπωνία απέβλεπε στην αποικιοποίηση όμορων ηπειρωτικών και νησιωτικών εδαφών, εκμεταλλευόμενη τη γεωγραφική της θέση και τον αιφνιδιασμό που προκαλούσε η εξαπόλυση ακήρυκτων πολέμων κατά των γειτόνων της (Σινο-Ιαπωνικός Πόλεμος, 1894-1895 και Ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος, 1904-1905).


Οι αποικιακές φιλοδοξίες οδήγησαν στη σύγκρουση
Το γεωπολιτικό δυναμικό της Ιαπωνίας και οι παρεπόμενες αποικιακές της φιλοδοξίες τονώθηκαν περαιτέρω με την ευκαιρία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η έντονη βιομηχανική ανάπτυξη της Ιαπωνίας, που προκλήθηκε από τις εκρηκτικές ανάγκες των εμπολέμων συμμάχων της, και η εξασφάλιση με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών καθεστώτος «Εντολής» στις πρώην γερμανικές αποικίες της Μικρονησίας που δεν απαγόρευε την οχύρωσή τους, προκάλεσε την καχυποψία των ΗΠΑ. Σε μια εποχή που τα διδάγματα του Mahan είχαν γίνει κτήμα των συμπατριωτών του, η υπερφαλάγγιση της γραμμής επικοινωνιών ΗΠΑ - Αμερικανικών Φιλιππίνων από τα νέα «ιαπωνικά» εδάφη δεν ήταν ευπρόσδεκτη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η σχετικά μετριοπαθής στάση της Ιαπωνίας στα Συνέδρια της Ουάσιγκτον (1921-1922) και του Λονδίνου (1930) για τον έλεγχο των ναυτικών εξοπλισμών, αλλά και τα προβλήματα που αντιμετώπισε η αμερικανική οικονομία από το 1929 και μετά απέτρεψαν την όξυνση της αμερικανικής στάσης έναντι της Ιαπωνίας. Τα οικονομικά, όμως, προβλήματα της Αμερικής ήταν αναμενόμενο ότι θα επηρέαζαν αρνητικά και την ιαπωνική οικονομία, καθώς στο ήμισυ σχεδόν των εισαγωγών και των εξαγωγών της είχε ως εταίρο τη Μεγάλη Ατλαντική Δημοκρατία.
Πολιτικός αντίκτυπος
Οι έντονες οικονομικές δυσκολίες της Ιαπωνίας είχαν, μεταξύ άλλων, και αρνητικό πολιτικό αντίκτυπο, καθώς αναζωπύρωσαν το επεκτατικό πνεύμα μεγάλης μερίδας των Ιαπώνων. Πράγματι, η Ιαπωνία εισέβαλε στη Μαντζουρία, το φθινόπωρο του 1931, και ακολούθησε πόλεμος με την Κίνα το 1937, και ένας ακόμα ακήρυκτος πόλεμος με τη Σοβιετική Ενωση το 1939, που όμως δεν υπήρξε ευτυχής για τα ιαπωνικά όπλα. Επιπλέον, η Ιαπωνία έπαυσε να εφαρμόζει τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει με τις συνθήκες του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον και προς το τέλος της δεκαετίας του 1930 κατάφερε να δημιουργήσει μία αεροναυτική δύναμη που αντιστοιχούσε στο 81% της αντίστοιχης αμερικανικής. Πρακτικά αυτό σήμαινε ότι η Ιαπωνία είχε αποκτήσει την υπεροπλία στον Ειρηνικό, καθώς οι ΗΠΑ διατηρούσαν σεβαστό τμήμα των αεροναυτικών τους δυνάμεων στον Ατλαντικό για λόγους ασφαλείας. Επιπλέον, οι περισσότερες αμερικανικές κτήσεις του Ειρηνικού παρέμεναν ανοχύρωτες σε εφαρμογή των προβλέψεων των σχετικών συνθηκών σε αντίθεση με τις αντίστοιχες ιαπωνικές που ήταν, κατά κανόνα, οχυρωμένες.
Η αποτυχία των Ιαπώνων εναντίον του Κόκκινου Στρατού σε συνδυασμό με την εμφάνιση των «ορφανών» αποικιών της Ινδοκίνας και των Ολλανδικών Ανατολικών Ινδιών, μετά την πτώση των αποικιακών μητροπόλεών τους στον Αξονα, το 1940, οδήγησε σε αναπροσανατολισμό του ιαπωνικού επεκτατισμού προς Νότο, επιβάλλοντας το καθεστώς της ιαπωνικής «συγκυριαρχίας» στην Ινδοκίνα, τον Ιούλιο του 1941, με τη σύμφωνη γνώμη της κυβέρνησης του Βισύ. Η εξέλιξη αυτή κάθε άλλο παρά δυσχερής υπήρξε, καθώς ήδη από το 1936 η Ιαπωνία συνδεόταν με τη Γερμανία και την Ιταλία με τα σύμφωνα Αντικομιντέρν, ενώ το 1940 οι τρεις αυτές χώρες είχαν συμπήξει και τον περίφημο Αξονα.
Η ιαπωνική συγκυριαρχία στα εδάφη αυτά αποτέλεσε τη θρυαλλίδα στις αμερικανο-ιαπωνικές σχέσεις. Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών αποφάσισε το πάγωμα των ιαπωνικών περιουσιακών στοιχείων στις ΗΠΑ και τη διακοπή της παροχής πετρελαίου και άλλων στρατηγικά χρήσιμων πρώτων υλών για τις ιαπωνικές ένοπλες δυνάμεις που πολεμούσαν ακόμα στην Κίνα. Το πέρας των άκαρπων σχετικών διμερών διαπραγματεύσεων, τον Νοέμβριο του 1941, ακολούθησε μία ακόμα αιφνιδιαστική επίθεση των Ιαπώνων, αυτή τη φορά στο Περλ Χάρμπορ (7 Δεκεμβρίου 1941) εναντίον του αμερικανικού στόλου, ο σχεδιασμός της οποίας ανάγεται στην άνοιξη του 1940. Η καταστροφή των βαριών θωρηκτών μονάδων που στάθμευαν στον αμερικανικό ναύσταθμο αλλά και ο κατοπινός τορπιλισμός του αμερικανικού αεροπλανοφόρου Σαρατόγκα, διεύρυναν θεαματικά το τακτικό προβάδισμα που διέθετε η Ιαπωνία στον Ειρηνικό. Παρόλ' αυτά ο αμερικανικός ναυτικός παράγοντας δεν εξαλείφθηκε, καθώς τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα παρέμειναν στο σύνολό τους ανέπαφα λόγω της τυχαίας απουσίας τους από το Περλ Χάρμπορ την ημέρα του βομβαρδισμού, αλλά και εξαιτίας της αμέλειας των Ιαπώνων αεροπόρων να καταστρέψουν σεβαστό μέρος των ναυπηγοεπισκευαστικών υποδομών και των αποθηκών πετρελαίου του αμερικανικού ναυστάθμου.
Οι ανατροπές στη ναυτική ιστορία
Το σημαντικό τακτικό προβάδισμα που απέκτησαν οι Ιάπωνες με την αιφνιδιαστική προσβολή του Περλ Χάρμπορ αξιοποιήθηκε, αρχικά, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, καθώς δημιουργήθηκε μια ευρύτατη Ιαπωνική Αυτοκρατορία στην Απω Ανατολή στον μισό χρόνο απ' ό,τι αρχικά υπολογιζόταν και με ελάχιστες, σχετικά, ανθρώπινες απώλειες. Ο αμερικανικός βομβαρδισμός, όμως, του Τόκιο τον Απρίλιο του 1942 και η γνώση του υπέρτερου βιομηχανικού δυναμικού των ΗΠΑ (τουλάχιστον επταπλάσιου σε σχέση μ' αυτόν της Ιαπωνίας) οδήγησε τον Yamamoto, τον Ιάπωνα στόλαρχο, να επιδιώξει τη σύναψη αποφασιστικής ναυμαχίας με τον αμερικανικό στόλο το συντομότερο. Με δεδομένη την ενίσχυση του Περλ Χάρμπορ με ισχυρή αεροπορική δύναμη, νέα επιχείρηση εναντίον του εμφανιζόταν ως ριψοκίνδυνη. Αντίθετα, η προσπάθεια κατάληψης της στρατηγικά επίκαιρης αεροπορικής βάσης του Μίντγουεϊ, στο άκρο του συμπλέγματος των νήσων της Χαβάης, παρείχε περισσότερες ελπίδες επιτυχίας.
Η εφαρμογή της εύλογης αυτής επιλογής υπονομεύτηκε από μία σειρά λαθών σε τακτικό επίπεδο. Κατ' αρχήν η έγκριση της κατάληψης του Πορτ Μόρεσμπι και του Τουλάγκι αντί να βαθύνει την άμυνα της ιαπωνικής ζώνης του Ειρηνικού έναντι αεροπορικών επιδρομών από τη Βόρεια Αυστραλία οδήγησε στη ναυμαχία της Θάλασσας των Κοραλλίων. Στη ναυμαχία αυτή επικράτησε τακτικά ο ιαπωνικός στόλος, μιας και βύθισε το αεροπλανοφόρο Lexington που αποτελούσε το ένα τέταρτο του αμερικανικού στόλου αεροπλανοφόρων στον Ειρηνικό. Εχασε όμως στρατηγικά καθώς δεν μπόρεσε να καταλάβει το Πορτ Μόρεσμπι, βυθίστηκε ένα μικρό ιαπωνικό αεροπλανοφόρο, ενώ δύο μεγαλύτερα δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν στη ναυμαχία του Μίντγουεϊ λόγω των επισκευών και της συμπλήρωσης των αεροπορικών τους δυνάμεων που χρειάστηκε να γίνουν μετά τη ναυμαχία της Θάλασσας των Κοραλλίων. Επιπλέον, η διαίρεση του ιαπωνικού στόλου σε δέκα απομακρυσμένα τμήματα κατά τη ναυμαχία του Μίντγουεϊ, κατέστησε δυσχερέστατη την μεταξύ τους συνεργασία και δεν δικαιολογείτο από την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο στόλων. Ο ιαπωνικός στόλος ήταν τόσο ισχυρός που δεν χρειαζόταν να αιφνιδιάσει κρυπτόμενος τον αντίπαλο, αλλά να επιπέσει πάνω του με όλο του το δυναμικό.
Κατά τη διάρκεια των δύο ναυμαχιών έγιναν πολλά ακόμα λάθη και από τις δύο πλευρές, κυρίως όμως από τους Ιάπωνες που η υπερβολική τους εμπιστοσύνη στην αξία των αεροπόρων τους και στην ποιότητα του πολεμικού τους υλικού, τους παρέσυρε σε σχετική αταξία. Κάτι τέτοιο όμως ήταν, ώς ένα βαθμό, αναμενόμενο με δεδομένο ότι ποτέ άλλοτε στην παγκόσμια ναυτική ιστορία το θέατρο των ναυτικών επιχειρήσεων δεν ήταν τόσο μεγάλο, η εναλλαγή των εξελίξεων τόσο ταχεία, και τα υπάρχοντα μέσα ελέγχου και συντονισμού των κινήσεων των μονάδων του στόλου τόσο δυσανάλογα βραδέα. Το αποτέλεσμα ήταν να βυθιστούν τέσσερα ιαπωνικά αεροπλανοφόρα στη ναυμαχία του Μίντγουεϊ και να επανέλθει η ισορροπία δυνάμεων στον Ειρηνικό, κάτι όμως που δεν κράτησε για πολύ, αφού σύντομα η αφυπνισθείσα πολεμική βιομηχανία των ΗΠΑ έδωσε την απόλυτη υπεροχή στο αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό.
Η ανάσχεση του υπερπεντηκονταετούς ιαπωνικού επεκτατισμού στον Ειρηνικό από τη νικηφόρα για τους Συμμάχους έκβαση των ναυμαχιών της Θάλασσας των Κοραλλίων και του Μίντγουεϊ, συνέπεσε με θεμελιώδεις εξελίξεις στον χώρο της ναυτικής ιστορίας. Το αεροπλανοφόρο υποκατέστησε σε σημασία το θωρηκτό πλοίο, καθώς οι μάχες δίνονταν πια στον αέρα χωρίς οι αντίπαλοι στόλοι να έχουν άμεση οπτική επαφή ο ένας του άλλου. Επιπλέον, όπως αποδείχτηκε στο Μίντγουεϊ, ο θωρηκτός στόλος δεν τολμά προσβολή κατά αεροπλανοφόρων αν στερείται αεροπορικής κάλυψης. Τέλος, ο ρόλος του ραντάρ στην εξέλιξη των δύο ναυμαχιών υπήρξε σημαντικός και αποτέλεσε προάγγελο εξελίξεων με τις οποίες ζούμε και σήμερα.


* Ο κ. Ζήσης Φωτάκης είναι διδάσκων στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.


Πηγή: Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου