1886 Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Τα τραγούδια της πατρίδας μου». Αναγνώριση και η καταξίωση. 1895 Η επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων του παρήγγειλε τον ύμνο, που μελοποίησε ο συνθέτης Σπύρος Σαμαράς.
1897 Διορίσθηκε γενικός γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών από τον υπουργό Παιδείας Ανδρέα Παναγιωτόπουλο, προκαλώντας την οργή των οπαδών της καθαρεύουσας. Βέβαια ο Παλαμάς, ενώ ως ποιητής έγραφε σε …πλέρια δημοτική, ως γραμματέας διακρίθηκε για τον απόλυτο σεβασμό του στην υπερκαθαρεύουσα του πανεπιστημιακού πρωτοκόλλου. Συνολικά εργάσθηκε σ’ αυτή τη θέση τριάντα χρόνια-μια ολόκληρη ζωή.
1901 Κάτω από το σπίτι του στην οδό Ασκληπιού 3, στο κέντρο της Αθήνας, παθιασμένοι καλόγεροι και καθαρευουσιάνοι φοιτητές, στις 20 Νοεμβρίου φώναζαν διαμαρτυρόμενοι για την μετάφραση των ευαγγελίων στη δημοτική γλώσσα: « Κάτω ο Παλαμάς: Ζήτω το ευαγγέλιο! ».Εκείνος τους απάντησε, τον ίδιο χρόνο, με την «Τριλογία του θυμού»:
«Είμαστε οι άνεργοι και οι άχαροι
και της ζωής είμαστε εμείς οι καταλλαλητάδες,
για να πατάμε και να σβύνουμε είμαστε
τα ωραία και τ’ αληθινά,
τ’ ανθια και τις λαμπάδες!».
Το 1903 με αφορμή την παράσταση της «Ορέστειας» στην καθομιλουμένη, ο καθαρευουσιάνος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Γεώργιος Μιστριώτης ξεσήκωσε τους φοιτητές του κατά του Παλαμά λέγοντας σε μία πυρακτωμένη ομιλία του:
«Δεν είναι δίκαιον, δεν είναι εθνικόν, ίνα οι καταπροδίδοντες την ελευθερίαν του έθνους τρέφονται εκ του δημοσίου ταμείου».
Ο υπουργός Παιδείας Απόστολος Αλεξανδρής επέβαλλε στον Παλαμά την ποινή της μηνιαίας απόλυσης επειδή «επιλαθόμενος υπηρεσιακής αυτού ιδιότητος εξήνεγκε τας κοινωνικάς αυτού περί γλώσσης πεποιθήσεις δημοσιογραφικώς, προκλητικήν δεικνύων δι’ αυτάς υπερηφάνειαν, εξεγείρων δε ούτω, επί ζημία της τάξεως τους, τα αντίθετα γλωσσικώς φρονούντας». Τι είχε κάνει; Σε ένα άρθρο του σε εφημερίδα έγραψε : «είμαι στρογγυλά και χτυπητά μαλλιαρός», χρησιμοποιώντας τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό των καθαρευουσιάνων για τους δημοτικιστές σε μια εποχή που είχε χυθεί αίμα στις διαδηλώσεις για το γλωσσικό.
1914 Του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών.
1926 Εξελέγη ακαδημαϊκός. Μετέπειτα εξελέγη Πρόεδρος της Ακαδημίας.
1936 Ο Βασιλιάς Γεώργιος του απένειμε το παράσημο του ανώτερου ταξιάρχη του βασιλικού τάγματος του Φοίνικα, με αφορμή τη συμπλήρωση 50 προσφοράς του στην ποίηση. Μιας ποίησης που τότε έλιωνε σίδερα:(Από την «Ασάλευτη ζωή»)
«Βασανισμένε, ταπεινέ, και λυτρωμένε, και ίσε!
Σε ξέρω, είναι το στόμα σου της αρμονίας κρουνιά,
Θνητέ, αν έγινες Θεός, άνθρωπος πια δεν είσαι,
Γιατί νοείς τ’ αθάνατα και ζεις μαζί μ’ αυτά».
Ο Παλαμάς γεύτηκε τη χαρά της αναγνώρισης από Έλληνες και ξένους. Ο Ρολλάν, ο Μωρουά, ο Τσβάϊχ, ο Ταγκόρ και άλλοι συγγραφείς ήταν μεταξύ των διακηρυγμένων θαυμαστών του.
Έζησε όλες τις περιπέτειες της Ελλάδας: ήττα του 1987, Ά και Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Διχασμός, Μικρασιατική Καταστροφή, Έπος του 40, Κατοχή.
Και έζησε έχοντας το θαυμασμό των Ελλήνων ποιητών - από το Σπύρο Μελά μέχρι τον Κώστα Βάρναλη.
Δίπλα του πάντα η γυναίκα του Μαρία, που ύμνησε σε πολλά ποιήματά του (και η οποία ανεχόταν τις συχνές ερωτικές του …υπερβάσεις).
Μόλις 18 ημέρες μετά το θάνατό της αγαπημένης του γυναίκας, ο Παλαμάς πέθανε στο σπίτι της οδού Περιάνδρου 5 στην Πλάκα, όπου είχε μετακομίσει, ύστερα από ένα εγκεφαλικό.
Έφυγε 3.20 πριν τα ξημερώματα, ημέρα Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου του 1943.
Στο Α΄ Νεκροταφείο, παρουσία των Γερμανών αξιωματούχων Κατοχής και πλήθος κόσμου, ο Άγγελος Σικελιανός βροντοφώναξε στον επικήδειο, κάνοντας τα μάτια των Ελλήνων να βουρκώσουν:
«Ηχήστε σάλπιγγες
καμπάνες βροντερές
δονείστε σύγκορμη τη χώρα
πέρα ως πέρα.
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα.
Σημαίες της λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!».
Ο ποιητής πήρε εμβληματικό χαρακτήρα. Η γλυκύτατη μορφή του γέροντα με τα άσπρα γένια, τα πυκνά φρύδια, το οξύ βλέμμα και τα μαύρα ρούχα, αντιπροσώπευε τον πατρικό, τον υμνητή, το σοφό, που όμως δεν έχασε το πάθος του.
Σήμερα οι νεωτεριστές ποιητές, μελετητές και ορισμένοι…μικροβιολόγοι της ποίησης σνομπάρουν τον Παλαμικό στίχο θεωρώντας ότι το μελοδραματικός ύφος, η μακρηγορία, ο θαυμαστικός τόνος, η πατριδολατρία, ο ρομαντισμός, η υπερκομψότητα, οι σύνθετες λυρικές και φτιαχτές λέξεις σε συνδυασμό με την απόλυτη ομοιοκαταληξία, ξεπεράστηκαν από τη μοντέρνα ποίηση που επιβάλλει τον ελεύθερο στίχο μαζί με τη μουσικότητα, την αινιγματική διατύπωση, την ανατρεπτική οπτική, την υποβολή, την επιγραμματικότητα.
Ναι, αλλά η αποτίμηση του ποιητή πρέπει να γίνεται με βάση το κλίμα της εποχής, αφού ο Παλαμάς στα χρόνια που εμφανίσθηκε, αρνήθηκε τα δημοτικο-μελό της λεγόμενης Α΄ Αθηναϊκής Σχολής, ανοίγοντας ένα νέο δρόμο στην έκφραση και στη θεματολογία. Έγινε ο ποιητής – τραγουδιστής της πατρίδας, αλλά και ο επαναστάτης Γύφτος.
Ο Παλαμάς διετέλεσε ποιητικός εκφραστής της «Μεγάλης Ιδέας», που κατέληξε στη «Μεγάλη Τραγωδία», την οποία εξέφρασε ο Σεφέρης, ενώ ο πλέον Παλαμικός , στα πρώτα του χρόνια, ήταν ο Ρίτσος.
Από τους αμφισβητίες του Παλαμικού στίχου ξεχωρίζει ο Πάνος Καραβίας με τη μελέτη του «Ο Παλαμάς αντιποιητκός» (Αθήνα, 1960, σελ. 89-90): « Θαυμαστής του Έρνεστ Ρενάν, του ρασιοναλισμού και του επιστημονικού υλισμού της μόδας της εποχής του, ο Παλαμάς ήταν άπιστος ορθολογιστής, κι ποίησή του ένα βιαστικό κατασκεύασμα του λογικού, μια εν ψυχρώ σκέψη του νου, που ποτέ δεν ζεστάθηκε σε βαθύ βίωμα». ( Εγκυκλοπαίδεια Νεοελληνικής Λογοταχνίας, σελ 836, εκδόσεις Σταφυλίδη).
Απάντηση από τη συλλογή «Σατιρικά Γυμνάσματα»:
«Τα κεφάλια του Γένους και του Κράτους.
ο βουλευτής κι ο δάσκαλος. Τα πιάσαν
όλα τα πόστα. Νους , καρδιά, δικά τους.
Δέσαν το νου, την καρδιά τη ντροπιάσαν.
Να το ρουσφέτι να κι ελληνικούρα,
τ’ αρματά τους. Με κείνα μας χαλάσαν.
Η σκέψη νούλα. Η τέχνη πατσαβούρα.
Ο ψευτοαττικιστής κι ο ψηφοφόρος.
Τ’ άγιο κόνισμα, μια καρικατούρα.
Στη γη που πιάνει και προκόβει ο σπόρος
κάθε λογής τζουτζέδων και πιερότων,
εγώ φυτρώνω ανάξιος ριμαδόρος
μαύρων θυμών και πορφυρών ερώτων».
Πότε γράφτηκε αυτό; Το 1900 τόσα; Σήμερα; Η…αύριο;
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ (Κώστας Μαρδάς).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου