Χρονική αφετηρία του έργου αποτελεί το 1784, έτος εμφάνισης της πρώτης ελληνικής εφημερίδας από τον εκδότη και τυπογράφο Γεώργιο Βεντότη στη Βιέννη, απ’ την οποία όμως δεν έχει διασωθεί κανένα φύλλο. Και καταληκτική χρονολογία αποτελεί η μεταπολίτευση του 1974, τομή και στην ιστορία του Τύπου εφ’ όσον δρομολογήθηκαν τότε ουσιαστικότατες εκδοτικές αλλαγές. Ο γραπτός Τύπος, παρατηρεί η Λουκία Δρούλια που είχε τη συνολική επιστημονική ευθύνη του έργου, από τη φύση του αποτελεί ευαίσθητο υλικό. Περιβεβλημένο τον χαρακτηρισμό του «εφήμερου», το υλικό αυτό δεν αποτελεί στη μακρά διαδρομή του αντικείμενο σεβασμού και διαφύλαξης, με αποτέλεσμα σήμερα που αναγνωρίστηκε η πνευματική του σημασία, να μη διασώζονται τις περισσότερες φορές πλήρεις οι σειρές των εντύπων ή να μην έχουν εντοπιστεί καν ορισμένα φύλλα.
Το έργο περιλαμβάνει εισαγωγικά κείμενα γραμμένα από τους Αικατερίνη Κουμαριανού, Νάση Μπαλτά, Γιάννη Γιαννουλόπουλο, Δέσποινα Παπαδημητρίου, Γιούλα Κουτσοπανάγου και Ριχάρδο Σωμερίτη. Παραθέτει παράρτημα με τις Ενώσεις του Τύπου, ένα περίγραμμα της νομοθεσίας περί Τύπου, ευρετήριο τόπων έκδοσης, βιβλιογραφία και φωτογραφικό ένθετο.
Ορισμένα σημεία καμπής στην ιστορία του Τύπου όπως προκύπτουν από τις εισαγωγικές μελέτες μπορούμε να θεωρήσουμε πως είναι τα εξής: Η έκδοση των ελληνικών δημοσιογραφικών φύλλων στην τελευταία δεκαετία του 18ου και στις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα αποτελεί τεκμήριο της ανάγκης για επικοινωνία και πληροφόρηση - ένδειξη προόδου και ωριμότητας ενός έθνους που οδεύει προς την παλιγγενεσία. Οπως για τη Γαλλία ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται αιώνας του Τύπου, ομοίως και για την Ελλάδα στα χρόνια από το 1833 και μετά σημειώνεται ρωμαλέα δημοσιογραφική δραστηριότητα σε μια πλειάδα εφημερίδων. Στη δεκαετία του 1870 εισάγεται σειρά καινοτομιών. Κυκλοφορούν οι πρώτες μεγάλου σχήματος εφημερίδες και ο Τύπος αρχίζει να διακινείται από πλανόδιους εφημεριδοπώλες και όχι μόνον μέσω του συστήματος των συνδρομών. Προς τα τέλη του 19ου αιώνα οι διαφημιστικές καταχωρίσεις μετατρέπονται σε παράγοντα επιβίωσης του Τύπου. Ιδρύεται το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων. Καθιερώνονται η ανταπόκριση και το ρεπορτάζ, ενώ ο πρωτοπόρος Βλάσης Γαβριηλίδης εκφράζει την ανακαινιστική βούλησή του με την έκδοση της «Ακρόπολης», εφημερίδας που καταργεί τη δύσκαμπτη λόγια γλώσσα και καθιερώνει τη λογοτεχνική συνεργασία. Την ίδια περίοδο ο αθηναϊκός Τύπος μετατρέπεται σε βασικό διαμορφωτή του δικομματικού συστήματος, συμβάλλοντας στη δημιουργία των δύο εθνικής εμβέλειας κομμάτων (του τρικουπικού και του δηλιγιαννικού) με τη διάχυση αντίπαλων πολιτικών λόγων, τη διάδοση στερεοτύπων και την τροφοδότηση της πόλωσης. Την τελευταία 25ετία του 19ου αιώνα σημειώνεται επίσης έκρηξη του επαρχιακού και του σατιρικού εντύπου, ενώ εμφανίζονται και τα πρώτα σοσιαλιστικά φύλλα.
Στον Μεσοπόλεμο η παραταξιακότητα των εφημερίδων επιτείνεται με αφετηρία τον Διχασμό του 1915 και την προσθήκη του τρίτου (αριστερού) πόλου. Πολλά χρόνια αργότερα, στα μέσα του 20ού αιώνα σημειώνεται άνθηση του λαϊκού Τύπου. Δίδεται έμφαση στην ψυχαγωγία καθώς και στο στοιχείο του εντυπωσιασμού στην πολιτική και στην κοινωνική αρθρογραφία. Επίσης, αναβιώνει ο θεσμός των ανταποκριτών του εξωτερικού που είχε εξασθενήσει μετά τον πόλεμο και παράλληλα αναπτύσσεται ο ειδικός Τύπος με πολυάριθμα έντυπα για τον αθλητισμό, το σπίτι, τη θρησκεία, τη γυναίκα. Μετά το 1974 οι κυκλοφορίες των εφημερίδων εκτινάσσονται στα ύψη. Η εξέλιξη αυτή είναι ωστόσο στιγμιαία καθώς στη δεκαετία του ’80 ο Τύπος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια διπλή πρόκληση: πρώτον να ανταγωνιστεί την τηλεόραση και δεύτερον να προσαρμοστεί στα εντελώς καινούργια τεχνολογικά δεδομένα. Ο ελληνικός Τύπος της διασποράς και της μετανάστευσης συνιστά ειδικό κεφάλαιο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Πηγή: Καθημερινή (Ελισαβετ Kοτζια / ekotzia@yahoo.gr)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου