Δυσκολίες στην εφαρμογή νέων παιδαγωγικών θεωριών αλλά και ελλείψεις στην κατάρτισή τους παραδέχονται οι καθηγητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε έρευνα που παρουσιάστηκε, την περασμένη εβδομάδα, σε συνέδριο του Τομέα Παιδαγωγικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.Η έρευνα, που αποτελεί διδακτορική εργασία της Μαρίας Λιακοπούλου, εστίασε στην παιδαγωγική κατάρτιση των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Συμμετείχαν σε αυτήν 727 καθηγητές, που απάντησαν σε σχετικό ερωτηματολόγιο.
*Αρχικά συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι «οι εκπαιδευτικοί στο σύνολό τους αναγνωρίζουν τη συμβολή των παιδαγωγικών σπουδών στο έργο τους». Ωστόσο, «θεωρούν ότι αποφοιτούν χωρίς παιδαγωγική κατάρτιση από το Πανεπιστήμιο και ότι ακόμη και μετά από χρόνια εργασίας, δεν καλύπτουν τις σχετικές ελλείψεις τους».
*Ενδιαφέροντα είναι και και τα συμπεράσματα που αφορούν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι καθηγητές στο διδακτικό έργο.
Στην πλειοψηφία τους, διαπιστώνεται, «περιορίζονται στα καθαρά διδακτικά τους καθήκοντα. Δεν οργανώνουν συχνά δραστηριότητες έξω από την τάξη, δεν υιοθετούν έμμεσες μορφές διδασκαλίας, δεν εμπλέκουν τους γονείς στη μαθησιακή διαδικασία ούτε συνεργάζονται συχνά με τις ομάδες αναφοράς.
*Επίσης, δηλώνουν ότι δυσκολεύονται πολύ να προσαρμόσουν το περιεχόμενο και τη διδακτική διαδικασία στις ανάγκες των μαθητών, καθώς και να αξιοποιήσουν στην πράξη παιδαγωγικές θεωρίες».
*Είναι ενδεικτικό ότι στη χρήση νέων τεχνολογιών στη διδασκαλία, οι περισσότεροι καθηγητές (ποσοστό 72,8%) δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν από «μέτρια» έως «πάρα πολύ συχνά» δυσκολίες.
*Επίσης, δύο στους τρεις (67,1%) αντιμετωπίζουν από μέτρια έως πάρα πολύ συχνά δυσκολίες να οργανώσουν δραστηριότητες έξω από την τάξη.
Δυσκολεύονται με τις νέες θεωρίες
*Ακόμη περισσότεροι (79,2%) έχουν αντίστοιχου βαθμού δυσκολίες να αξιοποιήσουν σύγχρονες παιδαγωγικές θεωρίες. Τη μέθοδο project (ομαδική διδασκαλία, που διαμορφώνεται από όλους τους συμμετέχοντες στην τάξη), για παράδειγμα, τη χρησιμοποιούν «ελάχιστα/λίγο» σχεδόν οι μισοί (44,5%) και «πολύ/πάρα πολύ» μόνο ένας στους πέντε (19,2%).
*Στην προσαρμογή της διδακτικής διαδικασίας στις ανάγκες των μαθητών, δυσκολεύεται μετρίως ποσοστό 36,3% των καθηγητών και «πολύ έως πάρα πολύ» ο ένας στους τέσσερις (25,5%).
*Στο ερώτημα «πόσο συχνά εφαρμόζετε καινοτομίες στη διδασκαλία», μόλις το 7,6% των καθηγητών απαντά «ελάχιστα/λίγο», ενώ το 45% δίνει την απάντηση «μέτρια» και το «47,4%» «πολύ/πάρα πολύ».
*Καλές επιδόσεις σημειώνουν στον εμπλουτισμό του μαθήματος με νέες πληροφορίες (το 71,7% λέει «πολύ/πάρα πολύ») ή και με πρόσθετο διδακτικό υλικό (68,7% λέει «πολύ/πάρα πολύ»).
*Με μικρότερη συχνότητα εμπλέκουν τους γονείς στη μαθησιακή διαδικασία των παιδιών: Το 29,6% το κάνει «ελάχιστα/λίγο», το 45,3% «μέτρια» και το 25,1% «πολύ/πάρα πολύ».
*Ερωτώμενοι τέλος, σχετικά με το περιεχόμενο των παιδαγωγικών σπουδών που έχουν ανάγκη για να επιτελέσουν καλύτερα το έργο τους, οι καθηγητές «προκρίνουν θέματα που συνδέονται με την καλύτερη κατανόηση του μαθητή. Κατά δεύτερον, αναγκαία θεωρούν την κατάρτισή τους σε θέματα που συνδέονται με το καθαρά διδακτικό τους έργο».
*Η Μαρία Λιακοπούλου ανέλυσε επίσης τα 1.081 θέματα στα οποία διαγωνίστηκαν οι υποψήφιοι εκπαιδευτικοί (όλων των ειδικοτήτων) στους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ από το 2000 έως το 2007, προκειμένου να σκιαγραφήσει το περιεχόμενο των παιδαγωγικών σπουδών που απαιτούνται για την είσοδο στο επάγγελμα. Οπως συμπεραίνει, «οι υποψήφιοι αξιολογούνται κυρίως ως προς την κατάρτισή τους σε θέματα μεθόδευσης της διδασκαλίας, ενώ δεν φαίνεται να αξιολογούνται οι ικανότητες των εκπαιδευτικών να αναλύουν φαινόμενα και να αξιολογούν και να συνθέτουν γνώσεις».
Πηγή: Ελευθεροτυπία (Αγγελική Μπουμπουκα)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου