11/5/10

Με τα βιβλία σχολικής ιστορίας δεν πετάω, τα πετάω: Μια εξαίρεση

Κωνσταντίνας Ανδριανοπούλου

Από το παράθυρο του δευτέρου ορόφου του σχολείου αιωρείται ένα βιβλίο. Είναι Μάης, τα μαθήματα ουσιαστικά έχουν τελειώσει, τα παιδιά έχουν κουραστεί, ξεμυαλιστεί, βαρεθεί και σπάνε την ανία τους βασανίζοντας ένα από εκείνα που τα βασανίζει: τα βιβλία τους -- ευτυχώς που δεν τα κάνανε, τουλάχιστον ακόμα, φτερό στον άνεμο και χαρτοπόλεμο. Μια μικρή αλλά ουσιώδης λεπτομέρεια: το βιβλίο-εκκρεμές είναι ένα βιβλίο Ιστορίας. Όχι τυχαία, νομίζω. Μια από τις πικρές κοινότοπες αλήθειες για τα γνωστικά αντικείμενα που διδάσκονται τα παιδιά είναι ότι σιχαίνονται ή, έστω, δεν βλέπουν με καλό μάτι την Ιστορία. Αυτό μεταφράζεται σε υψηλά ποσοστά αποτυχίας στις εξετάσεις όλων των βαθμίδων και, πιο ουσιαστικά, σε ιστορική απαιδευσιά• δεν εννοώ απλώς τη σύγχυση μεταξύ Γλέζου και Γκλέτσου, 28ης Οκτωβρίου και 25ης Μαρτίου, αλλά και μια πιο βαθιά έλλειψη ιστορικής αντίληψης και κριτικής ματιάς.

Πριν λιθοβολήσουμε τη νεολαία με την κατηγορία της ανιστόρητης γενιάς πρέπει να συζητήσουμε, για μια ακόμη φορά, τη διδασκαλία της Ιστορίας στο σχολείο. Το ζήτημα είναι, βέβαια, χιλιοθιγμένο, περίπλοκο, επίκαιρο πάντα και βαθιά πολιτικό. Ας αφήσουμε όμως προς το παρόν στην άκρη θέματα όπως οι λίγες διδακτικές ώρες (μόλις δύο) που αντιστοιχούν στο μάθημα, μέσα στις οποίες τα παιδιά «κουτρουβαλάνε» στους αιώνες, την ακαταλληλότητα πολλές φορές των διδασκόντων καθώς η Ιστορία δεν αποτελεί ξεχωριστό κλάδο στην εκπαίδευση (συχνά μάλιστα αποτελεί μάθημα δεύτερης ανάθεσης), τη συνολική αντίληψη περί Ιστορίας που διαχέει το σχολείο, ρητά και υπόρρητα, πέραν του συγκεκριμένου μαθήματος (σε σχολικές γιορτές, λόγους, στη συνολική λειτουργία και ρητορεία του σχολείου) και ας επικεντρωθούμε στο θέμα των βιβλίων Ιστορίας, που αποτελούν κοινό πρόβλημα μαθητών και διδασκόντων.
Το πρόβλημα συνίσταται κυρίως στη στρυφνή γλώσσα, την παράθεση και περιγραφή γεγονότων χωρίς να εξηγούνται τα γιατί και τα πώς, στο περιορισμένο και συχνά μη εμπνευσμένο εικονογραφικό υλικό, σε πηγές μέσα σε κουτάκια που σπάνια γίνεται αντιληπτή η σύνδεσή τους με το κείμενο.
Συχνά επίσης, προκειμένου να καλυφθεί μέσα σε λίγες σελίδες η Ιστορία εκατοντάδων χρόνων, οι διατυπώσεις αφήνουν νοηματικά κενά, που διευρύνονται από τις περικοπές που επιβάλλονται, προκειμένου να ολοκληρωθεί η διδακτέα ύλη. Τις περισσότερες φορές, οι περικοπές αφορούν τα ήδη ελλιπή κεφάλαια-κοκτέιλ με τίτλους όπως «Κοινωνία και πνευματική ζωή» (άραγε είναι λιγότερο σημαντικό για τα δεκαπεντάχρονα να μάθουν και να εξεταστούν, λ.χ., στον κοινωνικό δαρβινισμό από ό,τι στο Κίνημα στο Γουδί;) ή τα ακόμα πιο ελλιπή κεφάλαια που αφορούν την ιστορία των μη ευρωπαϊκών λαών.
Με άλλα λόγια, τα περισσότερα σχολικά εγχειρίδια (ανα)παράγουν μια απρόσωπη, ευρωκεντρική κυρίως ιστορία από όπου λείπουν οι ίδιοι οι άνθρωποι --όλου του κόσμου--, τα δρώντα ιστορικά υποκείμενα που τη φτιάχνουν, με αποτέλεσμα μια «άνοστη» ιστορία, χωρίς έμφαση στα ίδια τα υλικά της και το πώς παράγεται η ιστορική γνώση.
Ένα βιβλίο διαφορετικό
Όλα τα παραπάνω μού ξανάρθαν στο μυαλό με αφορμή τη σύγκριση του βιβλίου Ιστορίας της Γ΄ Γυμνασίου με το αντίστοιχο βιβλίο που γράφτηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «εκπαιδευτικής παρέμβασης με στόχο τη μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης του μαθητικού πληθυσμού της μειονότητας στην Θράκη»,[1] ευρύτερα γνωστού ως «Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων». Το πρόγραμμα περιέλαβε, μεταξύ άλλων, τη συγγραφή νέων βιβλίων για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Το εκπαιδευτικό υλικό για την Ιστορία ανατέθηκε σε μια ομάδα, της οποίας σύμβουλος και στη συνέχεια επιστημονική υπεύθυνος υπήρξε η ιστορικός Έφη Αβδελά, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Στόχος του βιβλίου, όπως διατυπώνεται από τους βασικούς συντελεστές και συνεργάτες του, ήταν να «διαμορφωθεί μια σχολική ιστορία που να μπορεί να γοητεύσει τους εφήβους».[2] Μεθοδολογικά έγινε προσπάθεια να αποφευχθούν όσα απαρίθμησα παραπάνω ως αρνητικά και να δοθεί έμφαση αφενός στην ενεργοποίηση της ιστορικής φαντασίας μέσα από την παράθεση πολλών και διαφορετικών ειδών ιστορικών πηγών και αφετέρου στην εξοικείωση με τον ιστορικό χώρο, τα πώς και τα γιατί της Ιστορίας.
Τα βιβλία γράφτηκαν με μεγάλη προσοχή, μεράκι και επιστημονική ακρίβεια από ένα επιτελείο ιστορικών, ειδικών για κάθε περίοδο και περιοχή. Γράφτηκαν με διαφορετική λογική, προσπαθώντας να αποφύγουν τις κακοτοπιές των σχολικών εγχειριδίων. Πιθανόν να μην το πετυχαίνουν πάντα, αλλά νομίζω ότι καταφέρνουν με δεξιοτεχνία να βάλουν τα παιδιά στον ιστορικό χορό. Για παράδειγμα, στο βιβλίο της Γ΄ Γυμνασίου του προγράμματος --όπως και των άλλων τάξεων-- υπάρχουν ασκήσεις που καλούν τους μαθητές να υποδυθούν ανθρώπους της εποχής και να καταγράψουν τις εμπειρίες, τα παράπονα, τις ελπίδες τους. Την ίδια στιγμή, το αντίστοιχο βιβλίο που διδάσκεται σε όλα τα σχολεία προτείνει συνήθως ως ασκήσεις τον σχολιασμό πηγών που παρατίθενται ή, στο πλαίσιο της διαθεματικότητας, τίτλους ταινιών που μπορούν να δουν τα παιδιά.
Τα κείμενα στα νέα βιβλία συνοδεύονται από πλούσιο και πολυποίκιλο εικονογραφικό υλικό που ζωντανεύει τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές, ενώ δίνεται έμφαση όχι μόνο στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα αλλά και στην κοινωνία που τα γέννησε ή τα υπέστη και στους ανθρώπους που τα έζησαν και συνδιαμόρφωσαν τον κόσμο μας, είτε ως μεγάλοι δημιουργοί και πρωταγωνιστές της Ιστορίας είτε ως απλοί, καθημερινοί άνθρωποι. Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο για τη Ρωσική Επανάσταση, εκτός από τα γεγονότα και τις ιδεολογικές και πολιτικές αλλαγές, γίνεται λόγος για τη Ρωσική Πρωτοπορία, σε μια προσπάθεια να συνδεθούν οι αλλαγές στην τέχνη με την εποχή και την κοινωνία που τη γεννά.
Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του βιβλίου είναι ότι προσπαθεί να εξηγήσει τα ιστορικά και κοινωνικά φαινόμενα, και όχι να παραθέσει ημερομηνίες και ονόματα που όλοι ξεχνάμε, πόσο μάλλον οι έφηβοι που αλλού τρέχει ο λογισμός τους. Έτσι, στην ενότητα που αφορά την άνοδο του φασισμού και του ναζισμού, το βιβλίο της Γ΄ Γυμνασίου για τα σχολεία όλης της χώρας αναλώνεται σε λεπτομέρειες για τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ, δεν τονίζει τα κοινά ιδεολογικά στοιχεία και τις διαφορές των δύο ιδεολογιών, ούτε υπογραμμίζει την φυλετική ιδεολογία που χαρακτηρίζει τον ναζισμό, στοιχεία τα οποία προβάλλει ξεκάθαρα το καινούργιο βιβλίο. Υπάρχει πλειάδα τέτοιων παραδειγμάτων που τεκμηριώνουν την, κατά την άποψή μου, καλύτερη παιδαγωγικά και ιστορικά αφήγηση της ιστορίας στο βιβλίο για τα παιδιά της μειονότητας.
Πρόθεσή μου δεν ήταν να προβώ σε μια συνολική κριτική αντιπαράθεση των δύο βιβλίων ούτε να θίξω γιατί τα νέα βιβλία δεν διδάσκονται σε όλα τα σχολεία, παρότι αυτό συνιστά σημαντικό ζήτημα, πόσο μάλλον που τα βιβλία αυτά --τουλάχιστον μέχρι στιγμής το βιβλίο της Α΄ και της Β΄ Γυμνασίου-- εγκρίθηκαν από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και θα τυπωθούν από τον Οργανισμό Διδακτικών Βιβλίων.[3] Πρόθεσή μου ήταν κυρίως να καταδείξω τις διαφορετικές λογικές που διέπουν τα δύο βιβλία και να ξαναθυμίσω ότι σκοπός της σχολικής ιστορίας δεν θα πρέπει να είναι κυρίως η απομνημόνευση ιστορικών γεγονότων όσο η καλλιέργεια της ιστορικής αντίληψης. Τα βιβλία Ιστορίας του προγράμματος για τη μειονότητα κάνουν, θεωρώ, ένα βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση και μπορούν να λειτουργήσουν, στα χέρια εκπαιδευτικών με στοιχειώδες μεράκι, σαν ακόνι για το μυαλό και τη φαντασία των εφήβων.

Σημειώσεις

[1] Η διατύπωση ανήκει σε μια από τις πρωτεργάτριες του προγράμματος, την Άννα Φραγκουδάκη. Βλ. Θάλεια Δραγώνα, Άννα Φραγκουδάκη (επιμ.), Πρόσθεση όχι αφαίρεση, Πολλαπλασιασμός όχι διαίρεση. Η εκπαιδευτική παρέμβαση στην εκπαίδευση της μειονότητας της Θράκης, Αθήνα 2008, σ. 11.

[2] Έφη Αβδελά, Φωτεινή Ασημακοπούλου, Τριαντάφυλλος Πετρίδης, Θεοδώρα Ρούμπου, «Νέοι τρόποι προσέγγισης στο ιστορικό παρελθόν: το εκπαιδευτικό υλικό για το μάθημα της ιστορίας στο Γυμνάσιο», στο Θ. Δραγώνα, Α. Φραγκουδάκη (επιμ.), ό.π., σ. 279.

[3] Στην πιθανή αντίρρηση κάποιων ότι αυτά τα βιβλία γράφτηκαν για μια συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα, για τους μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης, παραπέμπω στο σχόλιο των υπευθύνων της συγγραφικής ομάδας: «Δεν μπορεί να υπάρχει “ειδική” ιστορία, που να απευθύνεται κατά βούληση σε διαφορετικούς μαθητικούς πληθυσμούς […] η μόνη δυνατή ιστορία για το σχολείο είναι η επιστημονικά έγκυρη και η παιδαγωγικά παραγωγική» (ό.π., σ. 281). Το ότι τα βιβλία γράφτηκαν για να διδαχτούν σε όλα τα σχολεία της Θράκης όπου φοιτούν μειονοτικοί μαθητές και τελικά θα μοιραστούν μόνο σε δύο μειονοτικά γυμνάσια αποτελεί βέβαια σημαντικό ζήτημα, αλλά είναι αντικείμενο χωριστής συζήτησης.

Η Κωνσταντίνα Ανδριανοπούλου είναι υποψήφια διδάκτορας Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και διδάσκει στη μέση εκπαίδευση.

Σημ.: «Μ΄ ένα βιβλίο πετάω» ήταν το σύνθημα μεγάλης καμπάνιας του Υπουργείου Πολιτισμού για το παιδικό βιβλίο.

Πηγή: Αυγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου